O καταξιωμένος μουσικός Τζάκσον Μέιν ανακαλύπτει κι ερωτεύεται την άσημη και ταλαντούχα Άλι. Εκείνη έχει αρχίσει να εγκαταλείπει το όνειρό της να γίνει μεγάλη τραγουδίστρια, μέχρι που ο Τζακ τη βγάζει και πάλι στο προσκήνιο. Αλλά όταν η καριέρα της Άλι παίρνει τα πάνω της, η προσωπική πλευρά της σχέσης τους καταρρέει, καθώς ο Τζακ βρίσκεται σε συνεχή μάχη με τους δικούς του εσωτερικούς δαίμονες.

Σκηνοθεσία:

Bradley Cooper

Κύριοι Ρόλοι:

Lady Gaga … Ally Maine

Bradley Cooper … Jackson ‘Jack’ Maine

Sam Elliott … Bobby Maine

Dave Chappelle … George ‘Noodles’ Stone

Andrew Dice Clay … Lorenzo Campana

Anthony Ramos … Ramon

Michael Harney … Wolfie

Rafi Gavron … Rez Gavron

Ron Rifkin … Carl

Barry Shabaka Henley … Little Feet

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Eric Roth, Bradley Cooper, Will Fetters

Παραγωγή: Bradley Cooper, Bill Gerber, Lynette Howell Taylor, Jon Peters, Todd Phillips

Φωτογραφία: Matthew Libatique

Μοντάζ: Jay Cassidy

Σκηνικά: Karen Murphy

Κοστούμια: Erin Benach

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: A Star Is Born
  • Ελληνικός Τίτλος: Ένα Αστέρι Γεννιέται

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Ένα Αστέρι Γεννιέται (1937)
  • Ένα Αστέρι Γεννιέται (1954)
  • Ένα Αστέρι Γεννιέται (1976)

Σεναριακή Πηγή

  • Στόρι: Ένα Αστέρι Γεννιέται (1937) των William A. Wellman, Robert Carson.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ τραγουδιού (Shallow). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, πρώτο αντρικό ρόλο (Bradley Cooper), πρώτο γυναικείο ρόλο (Lady Gaga), δεύτερο αντρικό ρόλο (Sam Elliott), διασκευασμένο σενάριο, φωτογραφία και ήχο.
  • Χρυσή Σφαίρα τραγουδιού (Shallow). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία (δράμα), σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Bradley Cooper) σε δράμα και πρώτο γυναικείο ρόλο (Lady Gaga) στην ίδια κατηγορία.
  • Βραβείο Bafta μουσικής. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Bradley Cooper), πρώτο γυναικείο ρόλο (Lady Gaga), σενάριο και ήχο.

Παραλειπόμενα

  • Τρίτο στη σειρά ριμέικ της ομότιτλης ταινίας του 1937. Προηγήθηκαν οι εκδοχές του 1954 ως καθαρό μιούζικαλ, και του 1977 υπό ροκ μορφή.
  • Το 2011, είχε ανακοινωθεί για πρώτη φορά το ριμέικ, αλλά με πιθανό σκηνοθέτη τον Clint Eastwood και την Beyonce στον πρώτο ρόλο. Εντέλει, αυτό το σχέδιο κατέρρευσε λόγω της εγκυμοσύνης της έγχρωμης τραγουδίστριας. Το 2012, ο σεναριογράφος Will Fetters είπε ότι το σενάριο ήταν εμπνευσμένο κατά πολύ από τον Kurt Cobain. Συζητήσεις που ακολούθησαν με τους Leonardo DiCaprio, Will Smith, Christian Bale, Johnny Depp και Tom Cruise δεν είχαν συνέχεια. Όταν ανέλαβε ο Bradley Cooper το 2015, το όνομα της Beyonce ακούγονταν και πάλι πρώτο ως πιθανό για παρτενέρ του.
  • Ο ρόλος που πήγε στον Sam Elliott, αρχικά προορίζονταν για τον Ray Liotta.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Όλα τα τραγούδια ερμηνεύονται από τη Lady Gaga και τον Bradley Cooper, οι οποίοι και είναι στα περισσότερα πίσω από τη σύνθεση. Περιλαμβάνονται πολλά με κάντρι ήχο, αλλά και πολλά με πιο ποπ, για τα οποία η Lady Gaga βοηθιέται από τον DJ White Shadow. Αιχμή του σάουντρακ είναι το Shallow, που έφτασε ως το νούμερο 5 στις ΗΠΑ και το 1 στη Μεγάλη Βρετανία. Σε σινγκλ βγήκε και το Always Remember Us This Way (με ερμηνεύτρια μόνο τη Lady Gaga), ενώ ξεχώρισαν και το I’ll Never Love Again, το Is That Alright?, το Music to My Eyes, το Maybe It’s Time και το Black Eyes. Επί του συνόλου, το σάουντρακ έφτασε στην κορυφή των ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, αλλά κι Ελλάδας.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός:  Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 30/9/2018

Πώς μπορεί να μιλήσει στο σημερινό κοινό μια ιστορία που κάποτε για τα δεδομένα του Χόλιγουντ μπορεί να ήταν διαχρονική (άλλωστε δεν είναι λίγο να έχει γυριστεί σε τρεις διαφορετικές εκδοχές), τέσσερις όμως δεκαετίες μετά την τελευταία μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη πρόκειται για ένα σχήμα που έχει κορεστεί τόσο από τις άπειρες προσπάθειες κινηματογραφικής αναπαραγωγής του με δεκάδες μιμητές όσο και από τη μετάλλαξη που υπέστη περνώντας από τη μικρή οθόνη μέσω της φόρμας του ριάλιτι; Γνωρίζοντας πως το κεντρικό εύρημα της νεαρής που από το μηδέν φτάνει στην παγκόσμια αναγνωρισιμότητα αποτελεί μια αποδραστική ονειροφαντασία, ο Bradley Cooper το λανσάρει σε μια όσο γίνεται πιο προσγειωμένη εκδοχή για το σύγχρονο κοινό που έχει μάθει να είναι πιο κυνικό. Το σενάριο έχει «πιάσει» τη γενική αίσθηση της λειτουργίας της τωρινής μουσικής βιομηχανίας κι έχει περισσότερο αιχμηρές πλευρές από τις εκδοχές που έχουν προηγηθεί (άλλωστε είναι η πρώτη βερσιόν με το χαρακτηρισμό του «ακατάλληλου»), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει εδώ μια πλήρης απομυθοποίηση του υπαρκτού περιβάλλοντος στο οποίο διαδραματίζεται η πλοκή. Η δραματική διάσταση της ιστορίας είναι εντονότερη και η σχέση μεταξύ των πρωταγωνιστών πιο τρικυμιώδης. Και πάλι, παρότι το πλαίσιο δράσης είναι ρεαλιστικά δοσμένο σε γενικές γραμμές, δίνεται η αίσθηση ότι το σενάριο δεν το τραβάει στα άκρα.

Κυρίως ο χαρακτήρας του Cooper, αλλά και αυτός της Lady Gaga, έχουν ελαττώματα και σκοτεινές πλευρές, ποτέ όμως δεν καθίστανται πραγματικά δυσάρεστοι, ποτέ δε δοκιμάζουν τις αντοχές της συμπάθειας ενός μέσου θεατή ακόμη κι αν προβαίνουν σε μεγάλα σφάλματα γιατί κατά βάση παραμένουν με την πλευρά του «φωτός». Από αυτήν την άποψη, η προσέγγιση των Roth, Cooper και Fetters που συνέγραψαν αυτό το ριμέικ είναι ασφαλής και συντηρητική. Έστω όμως και σαν ένα στην πραγματικότητα συμβατικό μουσικό δράμα με κάποιες γωνίες εδώ κι εκεί, το σύνολο λειτουργεί. Αυτό που στην πραγματικότητα ενοχλεί περισσότερο είναι το πως παρόλο που ο χρόνος μεταξύ των πρωταγωνιστών μοιράζεται αρκετά ισόποσα, όσο περνάει η ώρα και ειδικά προς το φινάλε γίνεται όλο και πιο φανερό πως πρόκειται για ένα πρότζεκτ στο οποίο ο παραγωγός, σκηνοθέτης, συνσεναριογράφος και ηθοποιός επιθυμεί να είναι περισσότερο στο επίκεντρο ακόμη και από το «αστέρι» του τίτλου, σπάζοντας την παράδοση των προηγούμενων ταινιών που είχαν τη γυναίκα στον πυρήνα. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να απέδιδε αν δεν ανέδυε ταυτόχρονα μια τόσο έντονη μυρωδιά ματαιοδοξίας κι εγωπάθειας. Υπάρχει διαφορά μεταξύ προσωπικού στοιχήματος και αυτοπροβολής μέχρις εσχάτων, με το φιλμ να φλερτάρει σαφώς με το δεύτερο.

Παρά αυτήν την αρνητική διάσταση, το σύνολο είναι άρτιο. Λόγω πιο αβανταδόρικου ρόλου, προφανώς μεγαλύτερων ερμηνευτικών ικανοτήτων εξαιτίας μακρόχρονης εμπειρίας στο χώρο αλλά και της απόφασής του να είναι διακριτικός και χαμηλόφωνος σε αντίθεση με τα στερεότυπα που θέλουν έναν τέτοιο κινηματογραφικό χαρακτήρα να είναι πληθωρικός και χειμαρρώδης, ο Cooper είναι αυτός που κλέβει την παράσταση. Η συμπρωταγωνίστριά του προσπαθεί, αλλά αναμενόμενα τραβάει περισσότερο την προσοχή όταν τραγουδάει παρά όταν παίζει, αναδεικνύοντας ένα αδιαμφισβήτητο φωνητικό εύρος που δεν είχε αναδειχθεί σε τέτοιο βαθμό σε καμιά στιγμή της δισκογραφίας της. Γενικότερα, όταν η εστίαση βρίσκεται στη μουσική, κινηματογραφούνται και μερικές σχεδόν μαγικές στιγμές που παραπέμπουν σε εξαιρετική συναυλιακή ταινία. Αν και το φτιαγμένο για να αρέσει σε πολύ κόσμο ποπ ντουέτο «Shallow» είναι στο επίκεντρο του σάουντρακ (σχεδόν σίγουρο ότι θα σηκώσει και το επερχόμενο Όσκαρ τραγουδιού), ίσως το πιο δυνατό κομμάτι είναι το «Black Eyes» που ξεκινά σε υψηλές εντάσεις το φιλμ. Η ποικιλία μουσικών ειδών ικανοποιεί ένα μεγάλο εύρος: ακούγεται από χαρντ ροκ μέχρι κάντρι και χορευτική ποπ, οπότε καθίσταται δυνατή τουλάχιστον η μερική κάλυψη των γούστων ενός μέσου ακροατή. Ακόμη κι αν το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι τόσο μεγαλεπήβολο και αξέχαστο όσο θα επιθυμούσε να είναι, στέκεται ως ένα καλό παράδειγμα στο είδος του.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.