Μια οικογένεια ζει σε ένα ήσυχο και απομονωμένο αγρόκτημα στο δάσος. Χρησιμοποιούν τη γλώσσα των κωφαλάλων, δεν κάνουν τον παραμικρό ήχο, αλλά όχι επειδή έχουν κάποιο σωματικό πρόβλημα. Και ο λόγος είναι τρομακτικά απλός: εάν δεν μπορούν να σε ακούσουν, δεν μπορούν να σε κυνηγήσουν. Αλλά ο ήχος έρχεται από ένα μικρό ολέθριο λάθος.

Σκηνοθεσία:

John Krasinski

Κύριοι Ρόλοι:

Emily Blunt … Evelyn Abbott

John Krasinski … Lee Abbott

Millicent Simmonds … Regan Abbott

Noah Jupe … Marcus Abbott

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Bryan Woods, Scott Beck, John Krasinski

Στόρι: Bryan Woods, Scott Beck

Παραγωγή: Michael Bay, Andrew Form, Brad Fuller

Μουσική: Marco Beltrami

Φωτογραφία: Charlotte Bruus Christensen

Μοντάζ: Christopher Tellefsen

Σκηνικά: Jeffrey Beecroft

Κοστούμια: Kasia Walicka-Maimone

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: A Quiet Place
  • Ελληνικός Τίτλος: Ένα Ήσυχο Μέρος

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ ηχητικών εφέ.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα μουσικής.
  • Υποψήφιο για Bafta ήχου.

Παραλειπόμενα

  • Ο Bryan Woods και ο Scott Beck ξεκίνησαν να σχεδιάζουν την πλοκή από την εποχή που φοιτούσαν στο κολέγιο. Ήταν εκεί που παρακολούθησαν πολλές βωβές ταινίες, κάτι που τους ενέπνευσε για το σενάριο. Ο Krasinski είχε μέσω της Paramount το τελικό κείμενο έτοιμο το 2016, και το επεξεργάστηκε εκ νέου.
  • Ο John Krasinski αρχικά δεν έδειξε πρόθυμος να συμμετέχει στην ταινία, επειδή όπως είχε επισημάνει δεν ασχολούνταν με ταινίες τρόμου. Αλλά όταν άκουσε το στόρι, άρπαξε την ευκαιρία. Είχε βέβαια και την προτροπή της συζύγου του, Emily Blunt, που μόλις είχε δώσει ζωή στο δεύτερο παιδί τους.
  • Έντονη ήταν η εσωτερική συζήτηση να προωθηθεί η ταινία ως το τέταρτο κεφάλαιο του franchise του Cloverfield.
  • Τρίτη σκηνοθετική δουλειά για τον John Krasinski, αλλά μόλις πρώτη για μεγάλο στούντιο.
  • Η αρχική ιδέα ήταν να μην υποτιτλίζονται καθόλου όσα λένε οι ηθοποιοί μέσω της γλώσσας των κωφαλάλων. Όπως πίστευαν οι δημιουργοί, οι θεατές θα καταλάβαιναν το τι συμβαίνει έτσι κι αλλιώς. Μάλιστα, το αρχικό τρέιλερ δεν είχε καθόλου υπότιτλους. Αλλά επειδή υπήρχε ένα σημείο διαλόγου κρίσιμο, τελευταία στιγμή στο μοντάζ προστέθηκαν οι υπότιτλοι.
  • Η νεαρή ηθοποιός Millicent Simmonds είναι και στην πραγματικότητα κωφή από μωρό. Αυτή ήταν η δεύτερη της ταινία.
  • O Jeffrey Beecroft ήταν υπεύθυνος για τα πλάσματα της ταινίας, τα οποία μεταφέρθηκαν στην οθόνη από την Industrial Light & Magic.
  • Το αρχικό σενάριο περιείχε μονάχα μία γραμμή διαλόγου.
  • Γυρίστηκε μέσα σε 36 ημέρες.
  • Με κόστος μόλις 17 εκατομμύρια δολάρια, η ταινία πέτυχε εισπράξεις των 341. Η Paramount Pictures βέβαια δαπάνησε 86 εξτρά εκατομμύρια δολάρια για την προώθηση.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 16/8/2018

Λυπάμαι διπλά όταν βλέπω μια πρώτης τάξης ευκαιρία για κάτι το δυνατό, κι αυτή εξαντλείται στην -τόσο καλή- ιδέα της. Ο John Krasinski κάνει βασικά την έκπληξη να ασχοληθεί με κάτι που ούτε σαν ηθοποιός είχε ποτέ καταπιαστεί. Θέλει να παρουσιάσει ένα θρίλερ τρόμου, μακριά όμως από τους σύγχρονους «κανόνες» που όντως έχουν κατασπαράξει το είδος. Και στα χέρια του έχει την καλή ιδέα, επηρεασμένη κατευθείαν από τη δημιουργικότητα που ανέβλυζε κατά τη δεκαετία του 1970 στο συγκεκριμένο είδος. Όχι κατά βάση συμβολική, μια και οι ερμηνείες της μπορούν να ποικίλουν (με επικρατέστερη ότι όποιος «κάνει φασαρία» βρίσκει μονάχα τον μπελά του από τους δυνατούς, αλλά στο κάτω-κάτω να τρομάξουμε θέλουμε εδώ, όχι να κατέβουμε σε πορεία…) και τελικά να μην καταλήξουν πουθενά, αλλά μια ιδέα που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ πριν. Φυσικά και η ανάγκη απόλυτης ησυχίας ελλοχεύει σχεδόν σε κάθε ταινία τρόμου, αλλά ποτέ υπό αυτή τη μορφή, δηλαδή οι ήρωες να ζουν μόνιμα υπό αυτό το καθεστώς. Επιπλέον, το σενάριο εμπεριέχει κι ένα μωρό στην κοιλιά της μητέρας, κι ως γνωστόν ο άνθρωπος βγαίνει φωνάζοντας σε αυτό τον κόσμο…

Ως εδώ όλα ζηλευτά. Το πρώτο κακό γίνεται με τη γρήγορη αποκάλυψη των τεράτων. Είναι φανερό ότι η ταινία δεν έχει κρυφούς άσσους να παίξει για περισσότερο χρόνο υπό το καθεστώς μυστηρίου, κάτι που γίνεται ακόμα πιο κατανοητό μετά τη γρήγορη πρώτη εμφάνιση των απόκοσμων θηρίων. Πιο απλά, ο Krasinski δεν αποδεικνύεται μάστορας της λεπτομέρειας (δουλεύει ορθά, έστω και γρήγορα, τους χαρακτήρες, αλλά δεν παίζει έξυπνα την ατμόσφαιρα), κι ενώ η ιδέα πάνω στην οποία δουλεύει είχε περισσότερο ανάγκη την επεξεργασία του μικρού αλλά σημαντικού, παρά της δράσης. Συνεχίζοντας, αν υπάρχει κάποιος λόγος που εντέλει ο θεατής δεν κουράζεται από αυτή τη δημιουργική-θριλερική αδυναμία, είναι ότι η δράση δεν αργεί και τόσο να έρθει. Αλλά ενώ πάλι εκμεταλλεύεται σε πλήρη σύνθεση ό,τι του είχε απομείνει από υλικό, ο Krasinski το συνδυάζει αυτό με πάμπολα τετριμμένα μοτίβα. Προσωπικά, σε αυτά τα σημεία που κλείνουν το φιλμ, είδα έναν αρχιτέκτονα που όταν ξεκινάει το χτίσιμο, έχει ξεχάσει πού έχει βάλει τα σχέδια του, και δίνει υποδείξεις από ό,τι του κατεβαίνει από μνήμης στον νου…

Έσχατη αδυναμία του έργου είναι η μικρή του διάρκεια. Χωρισμένο σε τρία μικρά κεφάλαια, δεν παίρνει τον χρόνο του να αναπτυχθεί, να παίξει με τον θεατή, να εκμεταλλευτεί στο φουλ τις αρετές του. Η μικρή διάρκεια αποκαλύπτει την έλλειψη περαιτέρω ιδεών πέρα όσων έχουν φανερωθεί με το «καλημέρα» (συχνή αυτή η διάρκεια όταν δεν ενδιαφέρεσαι να δουλέψεις χαρακτήρες, σκεφτείτε εδώ που αναλώνεται χρόνος και για αυτό), κάτι που βγαίνει και στο πανί, ιδίως την κρίσιμη ώρα της δράσης.

Μπορεί βέβαια ο Krasinski να έχει να δουλέψει αρκετά ακόμα πάνω στην τεχνική του (κάτι που ισχύει ήδη από τις δύο προηγούμενες σκηνοθεσίες του), αλλά είναι ζηλευτό να βλέπεις δημιουργούς στην Αμερική που θέλουν να μην ακολουθούν τη μόδα. Ίσως να μην έχει πιστέψει ακόμα βαθιά ότι είναι σε καλό δρόμο, κάτι που υπάρχει ελπίδα να αλλάξει μετά τη θετικότατη αποδοχή που είχε αυτή του η ταινία. Για να δούμε…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.