Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Ο Stanley Kubrick, με το «Paths of Glory» (1957), τοποθετείται ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα της αντιπολεμικής αφήγησης: στον λυρικό ρεαλισμό του «All Quiet on the Western Front» (1930) του Lewis Milestone και στον σατιρικό παραλογισμό του «Catch-22» (1970) του Mike Nichols. Ο Kubrick δεν διαλέγει στρατόπεδο · συγχωνεύει τη συμπόνια του ενός με την ειρωνεία του άλλου. Η οργή του είναι ψυχρή και αναλυτική, ενώ η αγανάκτηση λειτουργεί ως εργαλείο αποστασιοποίησης και όχι κραυγαλέας ρητορικής.

«Το 1916, μετά από δύο απαίσια χρόνια πολέμου στα χαρακώματα, οι πολεμικές γραμμές είχαν αλλάξει ελάχιστα. Πετυχημένες επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν σε εκατοντάδες γιάρδες και πληρώθηκαν με τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων μαχητών», αναφέρει το σχόλιο του προλόγου της ταινίας.

Ο γάλλος στρατηγός Broulard (Adolphe Menjou) επιδιώκει μια αποφασιστική στρατιωτική νίκη, πιέζοντας τον υφιστάμενό του, στρατηγό Mireau (George Macready), να εξαπολύσει επίθεση στο Ant Hill, ένα απροσπέλαστο γερμανικό οχυρό. Ο Mireau μεταβιβάζει τη διαταγή στον συνταγματάρχη Dax (Kirk Douglas), ο οποίος σοκάρεται, γνωρίζοντας πως οι άνδρες του είναι εξαντλημένοι και ότι μια τέτοια επίθεση θα σημάνει βέβαιες απώλειες. Παρά τις αντιρρήσεις του, υπακούει υπό την απειλή καθαίρεσης. Η επίθεση εξελίσσεται σε καταστροφή: οι περισσότεροι στρατιώτες αδυνατούν να εξέλθουν από τα χαρακώματα λόγω των καταιγιστικών εχθρικών πυρών, ενώ όσοι προχωρούν στη «νεκρή ζώνη» σκοτώνονται ή υποχωρούν. Όταν ο Mireau διατάσσει το πυροβολικό να στοχεύσει τους ίδιους του τους άνδρες -διαταγή που ευτυχώς αγνοείται- επιβάλλει αυστηρά πειθαρχικά μέτρα, απαιτώντας να επιλεγεί ένας στρατιώτης από κάθε λόχο και να δικαστεί για δειλία. Ο πρώην δικηγόρος Dax, αγανακτισμένος, αναλαμβάνει εθελοντικά τον ρόλο του συνηγόρου υπεράσπισής τους, μόνο για να συνειδητοποιήσει πως οι πιθανότητες επιτυχίας είναι μηδαμινές.

Το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Humphrey Cobb (1935), που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου: την εκτέλεση τεσσάρων γάλλων στρατιωτών ως παραδειγματική τιμωρία για ανυπακοή. Η ταινία του Kubrick πάλλεται από ανθρωπιστική αγανάκτηση και σαφή αντιπολεμική στάση, καταγγέλλοντας την κατάχρηση εξουσίας από εκείνους που εκμεταλλεύονται τη θέση τους για προσωπικό όφελος. Ο Kubrick αποδεικνύεται μπροστά από την εποχή του: η δυσπιστία του απέναντι στην εξουσία επηρέασε βαθιά τον σύγχρονο δυτικό κινηματογράφο, τοποθετώντας τον στην πρωτοπορία ενός νέου πολιτιστικού και πολιτικού κύματος. Το φιλμ είναι ένα σφιχτό, αρραγές «κείμενο», με λιτή και ουσιαστική γραφή, που εκπέμπει αποτελεσματικά αντιμιλιταριστικό πνεύμα. Κάθε φράση του απεχθούς Mireau προκαλεί αποστροφή, όπως η κυνική του ατάκα:

«Ξέρω πώς να ενισχύσω το ηθικό του στρατεύματος. Απλώς ας εκτελέσουμε μερικούς δειλούς. Ένας τρόπος να διατηρείς την πειθαρχία είναι να εκτελείς έναν άντρα που και που».

Τεχνικά, η ταινία είναι επίτευγμα για έναν νέο σκηνοθέτη. Η ευρηματική κινηματογράφηση και η εντυπωσιακή οπτική σχεδίαση -σε μεγάλο βαθμό χάρη στον διευθυντή φωτογραφίας Georg Krause- συνθέτουν ένα οπτικό σύμπαν σκοτεινής φιλμ νουάρ υφής. Με έντονα κοντράστ και ανησυχητικές γωνίες λήψης, το φιλμ αποπνέει ασφυκτική ένταση, που κορυφώνεται καθώς οι προσπάθειες του Dax να σώσει τους άνδρες του αποδεικνύονται μάταιες. Εντυπωσιακή είναι η αντίθεση στην κινηματογράφηση μεταξύ των στρατιωτών στα χαρακώματα και των αξιωματικών στα πολυτελή δωμάτια: οι σκηνές στο château αποπνέουν κομψότητα και ψυχρή πολυτέλεια, σε αντιπαραβολή με τον ωμό ρεαλισμό της «νεκρής ζώνης». Η ταινία αντιπαραθέτει δύο κόσμους -τον προνομιούχο, γεμάτο σήψη και υποκρισία, και τον ταπεινό, βυθισμένο στη λάσπη, το αίμα και τον φόβο. Αν και ο Dax δεν κατορθώνει να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, η ταινία υποδηλώνει ότι η ανθρωπιά και η συμπόνια μπορούν, έστω και στιγμιαία, να υπερισχύσουν της τυραννίας και της ανοησίας.

Το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας του έργου είναι η σκηνή του στρατοδικείου, όπου η παθιασμένη ομιλία του Dax παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα και αποκαλύπτει τον παραλογισμό των κατηγοριών, αλλά αποτυγχάνει να συγκινήσει τους δικαστές που προτιμούν να σταθούν στην πλευρά των μεγαλόσχημων στρατιωτικών, οι οποίοι επιμένουν ότι μια δίκη-παρωδία για τους «δειλούς» θα έχει το επιθυμητό εκπαιδευτικό αποτέλεσμα. Ο Kubrick καυτηριάζει τη στρατιωτική μηχανή, που στην προσπάθειά της να διαφυλάξει την υπεροχή των κρατικών συμφερόντων εις βάρος των ανθρώπινων ζωών, διαπράττει φρικτά εγκλήματα. Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες αντιπολεμικές ταινίες που τονίζουν ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν υπάρχουν νικητές, το «Paths of Glory» εκθέτει την υποκρισία και αλαζονεία των στρατιωτικών ηγετών.

Πολλοί θεωρούν -και όχι άδικα- το «Paths of Glory» ως κορυφαία ταινία του Kubrick. Και αυτό γιατί απέχει από τη φλυαρία και τη νωχελικότητα που χαρακτηρίζουν κάποια μεταγενέστερα έργα του · πιστό στο πρωτότυπο υλικό, διατηρεί αριστοτελική ενότητα μεταξύ τόπου, χρόνου και δράσης. Διαθέτει έναν σταθερό, έντονο ρυθμό, με την κάμερα ή τους χαρακτήρες -ή και τα δύο μαζί- να βρίσκονται σε κίνηση, όπως στις εμβληματικές σκηνές όπου οι αξιωματικοί προχωρούν στα χαρακώματα, στη μάταιη επίθεση στο Ant Hill και στη συγκλονιστική πορεία των μελλοθάνατων αθώων προς το εκτελεστικό απόσπασμα.

Οι δύο στρατηγοί, Mireau και Broulard, δρουν ως προσωπεία της εξουσίας: ο πρώτος ωμά φαύλος, με την ουλή στην όψη του να συμβολίζει τη διαφθορά του, ενώ ο δεύτερος πιο εκλεπτυσμένος αλλά με καμουφλαρισμένη κακία. Ο Kubrick ενδιαφέρεται λιγότερο για την ψυχολογία τους και περισσότερο για την ηθική σήψη που εκπροσωπούν · δύο όψεις του ίδιου κενού, που ευτελίζουν τη ζωή. Η ατμόσφαιρα με ομίχλη, λάσπη και συρματοπλέγματα λειτουργεί ως ψυχικό τοπίο. Ο Dax κυκλοφορεί σε αυτό τον σκοτεινό χώρο σαν σκιώδης φάρος ενός χαμένου ιδεαλισμού. Οι στρατιώτες, παγιδευμένοι στην παράλογη λογική του καθήκοντος, εκφράζουν τη φιλοσοφία του φόβου: «Δε φοβάμαι να πεθάνω αύριο, αλλά μόνο αν σκοτωθώ». Η σκηνή του στρατοδικείου, με τις μαρμάρινες αίθουσες και τα πορτρέτα, συμβολίζει τη θεσμική αδιαφορία. Η ρητορική του Dax ηχεί μάταιη στο περιβάλλον της εξουσίας · η δικαιοσύνη είναι μια κακοστημένη παράσταση. Αντίθετα, η εκτέλεση παρουσιάζεται ως μια μουσική πομπή, αργή συμφωνία θανάτου, όπου ο ρυθμός, ο ήχος, το χώμα και τα δάκρυα συνθέτουν την πιο πειστική κατηγορία σιωπής. Μετά τα τύμπανα ακούγεται η φωνή αξιωματικού που σχολιάζει: «Αυτά είναι πάντα κάπως μακάβρια. Αλλά αυτό είχε κάποια Αίγλη. Δεν νομίζεις;» – «Οι άντρες πέθαναν εκπληκτικά. Πάντα υπάρχει η πιθανότητα κάποιος να κάνει κάτι που θα αφήσει σε όλους κακή εντύπωση». Η φρίκη μετατρέπεται σε αισθητική απόλαυση · εδώ βρίσκεται η τελική ειρωνεία του Kubrick: ο πόλεμος ως θέαμα και η ηθική τύφλωση ως τέχνη. Όσο για τους τρεις εκτελεσμένους στρατιώτες, αντιπροσωπεύουν διαφορετικές μορφές αυθαιρεσίας · ο ένας γιατί είδε κάτι που δεν έπρεπε, ο δεύτερος ως κληρωτός, και ο τρίτος λόγω κοινωνικού αποκλεισμού. Ο Kubrick στήνει ένα παράλογο δικαστήριο εξιλαστηρίων θυμάτων, όπου η ηθική έχει ήδη καταργηθεί.

Η ερμηνεία του Kirk Douglas -ενός ηθοποιού με ασύγκριτη εκφραστικότητα προσώπου- σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του είναι υποδειγματική. Ο δίκαιος, «δονκιχωτικός» συνταγματάρχης αντιπαρατίθεται στους κομψά διεφθαρμένους στρατηγούς Mireau και Broulard, εκτοξεύοντας καυστικά σχόλια όπως η διάσημη ρήση του Samuel Johnson: «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των καθαρμάτων». Έξοχοι είναι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί, όπως ο Adolphe Menjou και ο George Macready στους ρόλους των εγωκεντρικών στρατηγών, οι τρεις κατηγορούμενοι στρατιώτες (Ralph Meeker, Timothy Carey, Joe Turkel), ο δειλός υπολοχαγός (Wayne Morris) και ο παπάς που συνοδεύει τους μελλοθάνατους (Emile Meyer). Αξιοσημείωτη είναι η μοναδική γυναικεία παρουσία στην τελευταία σκηνή: η γερμανίδα ηθοποιός-τραγουδίστρια Christiane Susanne Harlan (μετέπειτα σύζυγος του Kubrick), που με τη μελωδική και σπαραχτική φωνή της χαρίζει στάλες ανθρωπιάς μέσα στη φρίκη του πολέμου.

Ο επίλογος της ταινίας αποτυπώνει δραματουργικά αυτή την αντίθεση. Μετά την άδικη εκτέλεση των τριών στρατιωτών, οι άνδρες του Dax βρίσκονται σε ένα καπηλειό, όπου μια αιχμάλωτη Γερμανίδα τραγουδά ένα θλιμμένο παραδοσιακό τραγούδι. Η αρχική αμηχανία, ο χλευασμός και η περιφρόνηση των στρατιωτών σταδιακά μετατρέπονται σε συγκίνηση · τα πρόσωπα μαλακώνουν, τα βλέμματα γεμίζουν δάκρυα και, για λίγο, οι άνδρες θυμούνται τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος: τη γυναικεία θέρμη, τον έρωτα, τη θαλπωρή του σπιτιού. Αυτή η σπάνια στιγμή ηρεμίας και συναισθηματικής ενότητας συνοδεύεται από την κατανόηση και συμπόνια του Dax. Όταν ο λοχίας του ενημερώνει πως πρέπει να επιστρέψουν άμεσα στο μέτωπο, εκείνος απαντά ήρεμα: «Δώσε τους μερικά λεπτά ακόμη». Μια απλή φράση με βαθύ συμβολισμό.

Τα «μονοπάτια της δόξας» -βαθιά ειρωνικός ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας- είναι φτιαγμένα από αίμα και σάρκες, με ασυνείδητους και απάνθρωπους στρατηγούς και ανθρώπους που ο πόλεμος οδηγεί στον αφανισμό και την αποκτήνωση. Ο Kubrick συνθέτει μια οξεία και κατά μέτωπο καταγγελία της μιλιταριστικής νοοτροπίας, με μοναδικό κινηματογραφικό ύφος, που συνοψίζει το διαχρονικό του θεματικό σύμπαν: τη μηχανοποίηση του ανθρώπου μέσα σε ιεραρχικά συστήματα. Η ταινία λειτουργεί ταυτόχρονα ως ιστορικό τεκμήριο και αισθητικό προοίμιο του δημιουργού, όπου η γεωμετρική κομψότητα, η φρίκη και η ειρωνεία συνυπάρχουν αξεδιάλυτα, μετατρέποντας το έργο σε εργαστήριο του ηθικού φορμαλισμού του Kubrick. Τελικά, αυτά τα «μονοπάτια της δόξας» οδηγούν μόνο στον τάφο · όμως, μέσα σε αυτήν τη ζοφερή διαδρομή, η στιγμή όπου ο συγκινημένος Dax χαρίζει στους στρατιώτες «μερικά λεπτά ακόμη» φωτίζει το σκοτάδι, υπενθυμίζοντας πως όσο υπάρχει έστω και μία πράξη κατανόησης και μία σταγόνα συμπόνιας, η ανθρωπιά δεν έχει χαθεί οριστικά.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *