Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Το καλοκαίρι του 1860, ο κύριος Dufour, ένας επιτυχημένος παριζιάνος σιδηροπώλης, αποφασίζει να περάσει μια μέρα στη εξοχή, συντροφιά με τη πεθερά του, τη ζωηρή σύζυγό του, Juliette (Jeanne Marken), την κόρη του, Henriette (Sylvia Bataille), και τον υπάλληλο του και μέλλοντα γαμπρό του, Anatole. Φτάνουν σε ένα πανδοχείο όπου συναντούν δύο νεαρούς εργένηδες, τον Henri (Georges D’Arnoux) και τον Rodolphe (Jacques Brunius). Ενώ οι Dufour και Anatole  ασχολούνται με το ψάρεμα στις όχθες του Σηκουάνα, οι κυρίες διασκεδάζουν φλερτάροντας. Ο Rodolphe απασχολεί την ώριμη αλλά χυμώδη Juliette, επιτρέποντας στον φίλο του να κάνει μια εύκολη κατάκτηση της αθώας Henriette…

Η «Εκδρομή στην Εξοχή» -που γυρίστηκε με οικονομικά και τεχνικά εμπόδια το 1936 αλλά ολοκληρώθηκε και προβλήθηκε το 1946- είναι ένα λυρικό, ρομαντικό  ιντερλούδιο βασισμένο σε μια ιστορία του Guy de Maupassant. Αποτελεί ένα μικρό αριστούργημα ιμπρεσιονιστικού κινηματογράφου, μια ωδή στον έρωτα και τη φύση  που όχι μόνο μας δωρίζει ποίηση και εικαστική γοητεία, αλλά αποτελεί και τη βάση της τεχνοτροπίας του Renoir. Οι αρετές του φιλμ, που αιχμαλωτίζει ξανά την αισθητική των πρώιμων έργων του δημιουργού, γίνονται ακόμη πιο αξιοσημείωτες αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για ένα ημιτελές έργο.

Παράλληλα η «Εκδρομή»  λειτουργεί ως προοίμιο για τα επόμενα -ταξικής συνείδησης- αριστουργήματα του γάλλου σκηνοθέτη, «Η Μεγάλη Χίμαιρα» (1937) και «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού» (1939). Ο Renoir αφορίζει την ταξική διάρθρωση  της κοινωνίας ως ένα αδιαπέραστο εμπόδιο για την ανθρώπινη εκπλήρωση. Διακηρύσσει την ανατρεπτική ιδεολογία του και τη συνειδητή ανυπακοή του απέναντι στην υποκρισία και τον συντηρητισμό της αστικής τάξης. Στη σεναριακή πλοκή, η μπουρζουαζία (της «αγίας» αστικής οικογένειας) δέχεται την ερωτική «επίθεση» από δύο προλετάριους. Οι δύο γυναίκες έλκονται από την αρσενική αρπακτικότητά τους, ξεφεύγουν για λίγο  από την γκρίζα καθημερινότητα και μυούνται στις απολαύσεις της ζωής. Αλλά σύντομα έρχεται η στιγμή της επιστροφής στον υποκριτικό καθωσπρεπισμό. Η τελική σεκάνς, με την Henriette να συνειδητοποιεί τι της έχει κοστίσει η αστική εθιμοτυπία, περιέχει την πιο πικρή, οδυνηρή στιγμή σε ταινία του Renoir.

Η ταινία γυρίστηκε στη «Μέκκα» του Ιμπρεσιονισμού, τις όχθες του Λουάνγκ και του Εσόν, παραποτάμων του Σηκουάνα, λίγο έξω από το Παρίσι .Η υποβλητική της ατμόσφαιρα φέρνει στον νου πίνακες του πατέρα του σκηνοθέτη, Auguste. Άλλωστε σε πατέρα και γιο αναγνωρίζουμε την ίδια δοξαστική αρμονία της φύσης σε αντιπαραβολή με τους καταπιεστικούς μηχανισμούς των  κοινωνικών δομών. Το βουκολικό σκηνικό κυριαρχείται από το ποτάμι. Είναι αυτό που δίνει στο κορίτσι την προσωρινή ελευθερία της, μια σύντομη στιγμή εκπλήρωσης και στη συνέχεια είναι αυτό που την επιστρέφει στον άχαρο προορισμό της. Σε μερικές μακρές λήψεις, το ποτάμι αποκτά κεντρικό χαρακτήρα και η αφήγηση ακολουθεί τον αργό, κυματιστό ρυθμό του, που εναρμονίζεται με τις συνεχώς μεταβαλλόμενες διαθέσεις των ηρώων.

Η χρήση κινηματογραφικής μηχανής, με εστίαση σε βάθος πεδίου, επέτρεψε στον Renoir να ακολουθεί τους χαρακτήρες χωρίς να τους αποσπά από το φυσικό περιβάλλον. Αυτό είναι ένα σημαντικό «mise-en-scene» γνώρισμα του γάλλου δημιουργού, που εξυπηρετούσε τις απαιτήσεις της δραματουργίας των ανθρωπιστικών θεμάτων του και την πολυεπίπεδη εξερεύνηση των ανθρώπινων σχέσεων. Στα πρώτα λεπτά της ταινίας υπάρχει μια υποδειγματική αφηγηματική μετάβαση της δράσης από το σκοτεινό εσωτερικό ενός πανδοχείου στο ειδυλλιακό τοπίο της υπαίθρου. Αρκεί το άνοιγμα ενός παραθύρου για να πλημμυρίσει τον χώρο με εκτυφλωτικό φως και να προβάλλει έναν «ζωντανό» ιμπρεσιονιστικό πίνακα, με τον ήσυχο άνεμο να κυματίζει τα δέντρα και τη χλόη, και δυο ανέμελες γυναίκες να ταλαντώνονται. Το λυρικό κρεσέντο συνεχίζεται με την περίφημη  σκηνή της Henriette με την κούνια, προφανής αναφορά στον διάσημο πίνακα του Auguste Renoir, «La Balançoire». Καθώς η κάμερα την ακολουθεί, με το φόντο να περιστρέφεται με ίλιγγο γύρω της, δεν μπορούμε παρά να μοιραστούμε την αίσθηση της αγαλλίασης, τη χαρούμενη απελευθέρωσή από τους πνιγηρούς περιορισμούς της. Η μυστηριακή ομορφιά της φύσης την κάνει να νοιώθει, σαν κόμπο στον λαιμό, μια ακαθόριστη επιθυμία. Τότε το πρόσωπό της υγραίνεται από δάκρυα της πρωτεϊκής ερωτικής ενόρμησης. Αυτή η ξαφνική έγχυση της ζωικής ορμής και του πανθεϊσμού της φύσης στην οθόνη αποτελεί μια συναρπαστική στιγμή του κινηματογράφου.

Η «Εκδρομή στην Εξοχή» αποτελεί το τέλειο απόσταγμα της τέχνης του Renoir, αντικατοπτρίζει την ευφορία της στιγμής, την τραγικά εφήμερη φύση του έρωτα και της ζωής, αφήνοντας μια πικρή επίγευση. Σε μόλις 40 λεπτά αντηχούν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έκαναν τον Renoir τόσο σπουδαίο δημιουργό: ο ουμανισμός, η αγάπη για τη φύση, η κατανόησή του για τις ανθρώπινες αδυναμίες. Το κάθε άλλο παρά ατελές αυτό έργο είναι ένα από τα πιο πλήρη, πιο συγκινητικά, πιο λυρικά ποιήματα που μας έχει χαρίσει η έβδομη τέχνη.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *