Συντάκτης: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Το «Ψυχρά κι Ανάποδα» του 2015 υπήρξε μια ανέλπιστη εμπορική επιτυχία, κατέχοντας μέχρι πρότινος τη θέση της εμπορικότερης ταινίας κινουμένων σχεδίων όλων των εποχών. Ανέλπιστα όσο και αδικαιολόγητα, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, μιας και παρά τη μικρή αναπροσαρμογή των κλασικών πριγκιπικών ντισνεϊκών προτύπων στο πλαίσιο μιας πιο φεμινιστικής αφήγησης, δεν αποτελούσε ποτέ κάτι παραπάνω από μια μοντέρνα/πολιτικώς ορθή αναβίωση της κλασικής «Disney-princess» συνταγής. Έστω. Το θέμα τώρα, πριν απ’ όλα τα άλλα, είναι κατά πόσον ένα σίκουελ φαντάζει δικαιολογημένο και οργανικό ως συνέχεια.

Το «Ψυχρά κι Ανάποδα ΙΙ», λοιπόν, πιάνει τα πράγματα από εκεί που τα άφησε το χάπι-εντ του πρώτου, για να χαράξει έναν μάλλον καινούριο, δικό του δρόμο. Εδώ δεν υπάρχουν πια τα αυστηρά στερεότυπα των «καλών» και των «κακών», ούτε το τυπικό ύφος ενός ντισνεϊκού παραμυθιού. Το φιλμ φλερτάρει με έναν πιο σκοτεινό τόνο, αφομοιώνοντας αισθητικές που ξεκινάνε από τις κέλτικες παραδόσεις και φτάνουν μέχρι τον κινηματογράφο επικής φαντασίας. Αισθητική πρόταση που υποστηρίζεται απόλυτα από το τεχνικά κορυφαίο animation, αποτυπώνοντας τοπία και υφές τόσο φωτορεαλιστικά ώστε το φιλμ να μοιάζει συχνά στα όρια του live-action. Κι αυτό, βέβαια, όσο μας εντυπωσιάζει οπτικά, άλλο τόσο μας μπερδεύει ως προς τον λόγο ύπαρξής του, μιας και προδίδει ένα «καλλιτεχνικό όραμα» που δεν έχει ξεκαθαρίσει τι ακριβώς θέλει να είναι.

Πώς συνδυάζονται επική φαντασία και ντισνεϊκή κωμωδία, ατμοσφαιρικά αληθοφανή τοπία και καρτουνίστικοι ομιλούντες χιονάνθρωποι, κέλτικη παράδοση και σύγχρονη ποπ αισθητική; Η απάντηση είναι: αδέξια. Αν ο εκμοντερνισμός της κλασικής παραμυθικής πεζογραφίας και των σκοτεινών παραδοσιακών αφηγήσεων σημαίνει το φιλτράρισμά τους μέσα από γκλαμουράτες χρωματικές πανδαισίες και ποπ μουσικά νούμερα αισθητικής (οριακά) Γιουροβίζιον, τότε να μας λείπει. Εδώ να αναγνωρίσουμε ότι πολλή από τη μουσική είναι αξιοπρεπέστατη, ιδίως το -νέο «Let it Go»- «Into the Unknown», αλλά ένα συγκεκριμένο -αποστομωτικά κιτς- μουσικό νούμερο θυμίζει μάλλον πρόχειρο ποπ βίντεο-κλιπ βγαλμένο απ’ το 2003. Υπό αυτές τις συνθήκες, προτιμούμε μακράν την ασφαλή ντισνεϊκή αφήγηση καλών πριγκιπόπουλων και κακών μαγισσών.

Ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία τόσο απροκάλυπτα βεβιασμένη και γυμνή από δραματουργική ουσία (οι περισσότεροι χαρακτήρες δεν έχουν τίποτα ουσιώδες να κάνουν, απλώς υπάρχουν), τόσο αμήχανα δομημένη μα και τόσο τυφλά πιστή στη συνταγή των προκαθορισμένων συναισθηματικών beats, ώστε να μη μαρτυρά τίποτα άλλο παρά απουσία δημιουργικής ειλικρίνειας και στουντιακή χρυσοθηρία.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 19 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.