Συντάκτης: Πάρις Μνηματίδης

Ο Scorsese σχεδόν ποτέ δεν έχει υπάρξει πραγματικά εκτός φόρμας (άλλο το να φτάνει σπανιότερα με το πέρασμα των χρόνων το ύψος των παλιών του αριστουργημάτων), οπότε το να υποστηρίξει κανείς πως ο «Ιρλανδός» αποτελεί μια δυναμική δημιουργική επιστροφή για τον ίδιο θα ήταν σίγουρα ανακριβές. Είναι όμως ίσως η πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια που ο ιταλοαμερικάνος μετρ μοιάζει να σκηνοθετεί κάτι που τον αφορά τόσο άμεσα, ακόμη περισσότερο κι από το ερωτικό γράμμα στην έβδομη τέχνη που αποτέλεσε το «Hugo» ή τη σπουδή επάνω στη θρησκευτική πίστη που ήταν η «Σιωπή». Για αυτό δεν είναι τυχαίο που το υπό εξέταση φιλμ συγκαταλέγεται με ευκολία μεταξύ των κορυφαίων του πονημάτων εν γένει.

Πρόκειται ταυτόχρονα για μια εντυπωσιακή τοιχογραφία μιας εκ των καθοριστικότερων περιόδων των ΗΠΑ υπό την οπτική θεώρηση ενός λούμπεν μεν, άκρως επιδραστικού δε μικρόκοσμου, κι ένα άκρως μελαγχολικό πορτραίτο μιας πραγματικής προσωπικότητας, που σαν άλλος Forrest Gump διασχίζει ως περαστικός, κι ενίοτε ως άμεσα εμπλεκόμενος, κρίσιμα σταυροδρόμια της αμερικάνικης ιστορίας, ερχόμενος ωστόσο αντιμέτωπος με συμπεράσματα πολύ οδυνηρότερα και πιο σύνθετα από τα αντίστοιχα της ταινίας του Zemeckis. Όσο πλησιάζει όμως το φινάλε, γίνεται ξεκάθαρο πως πρώτα από όλα, ο «Ιρλανδός» είναι ένα σπαρακτικό ρέκβιεμ στη γενιά που ανήκει ο δημιουργός του, ένας πικρός απολογισμός μιας φουρνιάς ανθρώπων που μεγάλωσε σε έναν κόσμο δομημένο επάνω στην επιβολή του ισχυρού και στην αποθέωση κι ηρωοποίηση του φαύλου (να δοθεί προσοχή στο πώς απεικονίζονται οι δημοφιλέστατοι την εποχή που μεσουρανούσαν John F. Kennedy και Jimmy Hoffa).

Κάποιοι ίσως μιλήσουν για επανάληψη εκ μέρους του Scorsese και ανακύκλωση των θεματικών που είχαν εξερευνηθεί κυρίως στα «Καλά Παιδιά» και στο «Καζίνο». Παρόλο που υπάρχουν εμφανείς ομοιότητες που θα ήταν άτοπο να μην επισημανθούν, στον πυρήνα της η νέα δημιουργία του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη διαφέρει ουσιαστικά από τις δύο προαναφερθείσες ταινίες. Ενώ οι δύο χαρακτηριστικές αυτές στιγμές στη φιλμογραφία του συνιστούν ξεκάθαρα προϊόντα ενός μεσήλικα που ζει μια παρατεταμένη νιότη, γεμάτος ενθουσιασμό και αυθορμητισμό, σαν έναν έφηβο που μόλις ανακαλύπτει τα ταλέντα του και τα αξιοποιεί μανιωδώς μέσα στη χαρά του, το καινούριο του φιλμ διέπεται από μια μεστότητα και μια αργή μεθοδικότητα που προσιδιάζει καλύτερα σε ένα άτομο που φαίνεται να έχει αποδεχτεί το γήρας του και κάνει μια ψύχραιμη αποτίμηση των επιτευγμάτων του. Εξάλλου, είναι εκκωφαντικά απόν και το ροκ σάουντρακ που αποτελεί σήμα κατατεθέν του κινηματογραφιστή, σαν να σέβεται τόσο την πένθιμη ατμόσφαιρα που επικρατεί και τη βαρύτητα των μηνυμάτων που εκπέμπονται, που απαγορεύει να βάλει στο σύνολο κάτι που αρμόζει καλύτερα σε ένα πανηγυρικό κλίμα. Ακόμη και η αποτύπωση της βίας μοιάζει να είναι εδώ συγκριτικά πιο ψυχρή και προσγειωμένη, και όχι τόσο σοκαριστικά άμεση όσο σε προηγούμενα γκανγκστερικά έπη του Scorsese, σαν ο ίδιος πλέον να αποστασιοποιείται από το στιλιζάρισμα του σκηνοθετικού του παρελθόντος, επιθυμώντας να απομυθοποιήσει φανερότερα το σύμπαν που απεικονίζει.

Στο πνεύμα αυτής της οιονεί αποδόμησης του γκανγκστερικού δράματος όπως το διαμόρφωσε διαχρονικά ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης, η ταινία περιέχει και δύο απρόσμενα χαμηλόφωνες ερμηνείες από το δίδυμο των Robert De Niro και Joe Pesci. Στον αντίποδα των πληθωρικών κι εκρηκτικών μαφιόζων που έχουν υποδυθεί στο παρελθόν, ο μεν πρώτος θυμίζει κάτι από «Κάποτε στην Αμερική» με τη μελαγχολία που μεταδίδει μονάχα το βλέμμα του και τη μετάνοια και ντροπή που ενίοτε αποτυπώνεται με λεπτότητα μέχρι και στην εκφορά του λόγου του, ο δε δεύτερος βράζοντας από υπόγεια ένταση κι έμμεση απειλητικότητα. Μοσχομυρίζει νοσταλγία η ερμηνεία του Al Pacino ως Jimmy Hoffa, θυμίζοντας συγκινητικά όλους εκείνους τους λόγους για τους οποίους υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων της γενιάς του στα ξεκινήματά του, σε έναν ρόλο στον οποίο αφοσιώνεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με το οποίο έχει ασχοληθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Η χρονική διάρκεια μόνο να φοβίζει δεν πρέπει: είναι τόσο λεπτομερές το σύμπαν που σκιαγραφείται εδώ, και με την πολύτιμη συμβολή του σπουδαίου Steven Zaillan στο σενάριο, που ο θεατής μπορεί με άνεση να βυθιστεί τόσο βαθιά μέσα σε αυτό ώστε να ξεχαστεί. Το σύνολο είναι τόσο δημιουργικά ολοκληρωμένο και συνειδητοποιημένο, που ακόμη κι αν κάτι θα μπορούσε να κοπεί στο μοντάζ για λόγους αφηγηματικής οικονομίας, η μεγάλη εικόνα είναι τόσο όμορφη στην τελική υπάρχουσα μορφή της που πολύ δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να αφήσει κάτι εκτός. Εν ολίγοις, σινεμά φτιαγμένο με τα υλικά του κλασικού και του διαχρονικού.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 40 || Επισκέψεις Βδομάδας: 4

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.