Συντάκτης: Χάρης Καλογερόπουλος

Πυρηναία, 1892: ο κατασκευαστής φακών Άρθουρ Πρατς επιδεικνύει σε εμπόρους έναν νέο φακό που προσαρμόζεται σε όπλο και επιτρέπει την ακριβή στόχευση μακρινών αντικειμένων. Πάνω στις δοκιμές, η μικρή του κόρη Τζοάνα πέφτει και τραυματίζεται, παθαίνοντας μια εγκεφαλική βλάβη που της προκαλεί μόνιμη αγνωσία, δηλαδή μη δυνατότητα αναγνώρισης των μορφών που βλέπει. Ο Άρθουρ αποφασίζει να εγκαταλείψει την «καταραμένη» του εφεύρεση.

Βαρκελώνη 1899: ένας γιατρός προτείνει στον Άρθουρ μια θεραπεία για την Τζοάνα, στήνοντας ένα πείραμα απομόνωσης της σε ένα δωμάτιο για τρεις μέρες, πίσω από το οποίο κρύβεται μια σκευωρία. Ένα άλλο πανομοιότυπο δωμάτιο έχει δημιουργηθεί κάπου αλλού, όπου μεταφέρεται μυστικά, εν αγνοία της, η Τζοάνα… Η βιομηχανική αντίπαλος του Άρθουρ, Λουσίλ, στέλνει στο δωμάτιο-αντίγραφο τον νεαρό Βίνσεντ, που υποδύεται τον αρραβωνιαστικό της, Κάρλες, ώστε να της αποσπάσει τη μυστική φόρμουλα του περίφημου φακού. Ο νεαρός, όμως, θα την ερωτευθεί…

Αν δεν ήξερες ότι είναι πρωτότυπο σενάριο του Αντόνιο Τρασόρας (Στη Ράχη του Διαβόλου), πάνω σε ιδέα δική του και του σκηνοθέτη Εουχένιο Μίρα, θα ορκιζόσουν ότι πρόκειται για μεταφορά γοτθικού-ρομαντικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, υπό την προϋπόθεση ότι ο πυρήνας του έργου είναι ο έρωτας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον νεαρό Βίνσεντ και την Τζοάνα.

Μια γνώριμη σκηνοθετική νεο-χολιγουντιανή γραφή πάνω σε ένα τέτοιο υλικό είχαμε στις περιπτώσεις των Prestige και Μάγος Άιζενχαϊμ. Πάθη εν μέσω επιστήμης και ψευδο-επιστήμης σε ρετρό περιβάλλον. Δηλαδή πολύ νευρικό μοντάζ και κίνηση κάμερας, γρήγοροι ρυθμοί, γενικώς χορογραφία της εικόνας. Άλλη περίπτωση είναι ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο που καταφέρνει να συνδυάσει στο ύφος του σχολές Αμερικής κι Ευρώπης. Εδώ όμως υπάρχει μια χαλαρή, αυστηρή παράθεση των πλάνων, ένα τελετουργικό αφήγησης που θυμίζει το γαλλικό Νέο Κύμα και τους διανοούμενους των Τετραδίων Κινηματογράφου, π.χ, τους Ριβέτ και Τρυφό. Πιο σημειολογικό. Ακόμη και οι ηθοποιοί στήνονται από τον σκηνοθέτη περισσότερο ως σημεία μιας γλώσσας παρά ως ερμηνευτές. Άραγε ήταν αποτέλεσμα αδυναμίας χειρισμού ή ηθελημένο; Σε κάθε περίπτωση είναι ένα φιλμ που μπορεί να απολαύσει (έστω εν μέρει) ένας σινεφίλ, παρά ο μέσος θεατής που περιμένει σασπένς. Το σίγουρο είναι ότι τα πλάνα του Μίρα, ιδιαίτερα στην αρχή και στην τελική σκηνή, φανερώνουν μια διάθεση «δημιουργού» κι όχι filmmaker. Αποτέλεσμα ενδιαφέρον, αλλά και κάπως μετέωρο.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:

>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 15 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.