Συντάκτης: Πάρις Μνηματίδης

Ο Χρυσός Φοίνικας του 1996 (σε ένα διαγωνιστικό που τότε περιλάμβανε μεταξύ άλλων τεράστιες ταινίες όπως το «Fargo» και το «Δαμάζοντας τα Κύματα»), με πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ και η ταινία που για μεγάλη μερίδα κριτικών και κοινού αποτιμάται ως η κορυφαία στιγμή στη σκηνοθετική καριέρα του Mike Leigh, είναι ένα συναρπαστικό κι εξαιρετικά ευαίσθητο κοινωνικό μελόδραμα που μιλάει με τον πιο άμεσο τρόπο για τη ζωτική ανάγκη επικοινωνίας και κατανόησης μεταξύ των ανθρώπων, πόσω μάλλον μεταξύ των ατόμων που απαρτίζουν έναν οικογενειακό ιστό.

Ο τίτλος αναφέρεται σε όλα αυτά που αποκρύπτουν ή παραμορφώνουν οι ήρωες στη μεταξύ τους επικοινωνία και αφορούν τα πιο επίπονα σημεία του προσωπικού τους βίου, ή ακόμη και την πραγματική τους ταυτότητα όσον αφορά την Hortense. Είναι ένα φιλμ που παρόλο που έχει ένα προφανές κέντρο βάρους που βρίσκεται στην ιστορία των δύο γυναικών, μητέρας και κόρης, που οι δρόμοι τους χώρισαν στο ξεκίνημα της ζωής της δεύτερης, κατορθώνει περίτεχνα να μοιράσει δίκαια τον χρόνο της και στους χαρακτήρες που περιβάλλουν το δίπολο αυτό, συνθέτοντας έτσι ένα εξαιρετικά ανάγλυφο και ρεαλιστικό πορτραίτο της σύγχρονης τότε βρετανικής κοινωνικής πραγματικότητας (με νωπά τα τραύματα των οικονομικών ανισοτήτων της εποχής Thatcher ακόμη κι επί προεδρίας Major εκείνη την περίοδο που αποτυπώνονται κι εδώ).

Εξέχουσα περίπτωση στο ψηφιδωτό αυτό των καθημερινών ηρώων ο Maurice, που υποδύεται με εξαιρετική λεπτότητα κι ερμηνευτική οξυδέρκεια ο Timothy Spall, και που από ένα κρίσιμο χρονικό σημείο κι έπειτα στο φιλμ καθιερώνεται ως μια φωνή συναισθηματικής λογικής που καθοδηγεί τους υπόλοιπους στη λύτρωση μέσω της εξομολόγησης των προσωπικών τους δαιμόνων. Ένα μεγάλο ποσοστό της καλλιτεχνικής επιτυχίας του τελικού αποτελέσματος οφείλεται στην ελευθερία που άφησε στους ηθοποιούς ο Leigh να αυτοσχεδιάσουν, κάτι που προξενεί μεγάλη εντύπωση σαν γεγονός, καθώς δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί σκηνές ιδιαίτερα φορτισμένες συναισθηματικά και περίπλοκες στην εκτέλεσή τους όπως την πρώτη συνάντηση μεταξύ Hortense και Cynthia να μην ήταν προϊόν αυστηρών σεναριακών οδηγιών. Αυτό είναι που τους προσδίδει μια εξαιρετική αίσθηση αυθεντικότητας, που συνοψίζεται εξαίσια στην ολότελα γνήσια στα χρώματά της πρωταγωνιστική ερμηνεία της Brenda Blethyn. Όσο και αν υπάρχουν κι άλλοι ηθοποιοί που αποδίδουν χωρίς αμφιβολία σχεδόν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους στο πόνημα του Leigh, το φιλμ δεν θα ήταν το ίδιο δίχως την απαράμιλλη δύναμη και σπαρακτική αμεσότητα της πρωταγωνίστριάς του, που καταλήγει να αποτελεί την καθοδηγητική δύναμη ολόκληρης της ταινίας και να επισκιάζει με το ερμηνευτικό της εκτόπισμα, χωρίς όμως να «κουκουλώνει» τους συμπρωταγωνιστές της (από τις μεγάλες αδικίες στην ιστορία της ακαδημίας η μη βράβευσή της με Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου για το οποίο ήταν υποψήφια για να χάσει τελικά από τη Frances McDormand).

Κατορθώνοντας επιδέξια να φτάσει στο τέρμα της διαδρομής με ένα μήνυμα συμφιλίωσης και συμβίωσης που δεν μπορεί να ανταγωνιστεί η μέση «αντιρατσιστική» χολιγουντιανή ταινία, κι έχοντας χωρέσει έναν μοναδικό πλούτο συναισθημάτων μέσα σε μια διάρκεια λίγο πάνω από τις δύο ώρες, το «Μυστικά και Ψέματα» είναι υποδειγματικό μέχρι και σήμερα, συγκινητικό δίχως να δίνει ούτε στιγμή την εντύπωση πως εκβιάζει το δάκρυ, και περνάει ένα σημαντικό μήνυμα χωρίς να πέφτει στην παγίδα του ηθικοπλαστικού.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 16 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.