Συντάκτης: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Τολμηρή και φιλόδοξη, η κατά James Gray («The Immigrant», «The Lost City of Z») «Οδύσσεια του Διαστήματος» είναι μια ακριβή χολιγουντιανή ταινία δημιουργού, ένας μπλοκμπαστερικός… διαλογισμός με blade-runner-ικές σινε-φιλοδοξίες. Ξεκινώντας από εκείνους τους υπνωτιστικούς sci-fi ρυθμούς του Ridley Scott, περνώντας στη συνέχεια από την εικονοπλασία του -ποιου άλλου;- «2001», αλλά και του τηλεοπτικού «Black Mirror», και καταλήγοντας στη σημειολογία του «Gravity» και τις αναζητήσεις της πρόσφατης «Μαύρης Τρύπας», ο  Gray συνθέτει ένα δοκίμιο βαθιά υπαρξιακό και κινηματογραφικά αφαιρετικό.

Η αποστολή ενός εξαιρετικού Brad Pitt προς την αναζήτηση του πατέρα του, εξωγήινης ζωής, αλλά και της… σωτηρίας του κόσμου δεν είναι αγωνιώδης. Δεν έχει την αίσθηση υψηλών διακυβευμάτων, ούτε παίρνει νολανικά επικές διαστάσεις, παρότι κατά καιρούς φλερτάρει με μια αφηγηματική αμετροέπεια αντίστοιχη του «Interstellar». Αργοί ρυθμοί, νωχελικό voice-over και μόνιμα υπνωτιστική μουσική υπόκρουση από τον Max Richter αποσκοπούν στο να προσφέρουν μια καθαρά διαλογιστική εμπειρία. Η δράση μάς κρατά συναισθηματικά απόμακρους (η κίνηση βραδαίνει ανάλογα τις συνθήκες βαρύτητας, ο ήχος σωπαίνει κατά την απουσία αέρα), και η σκηνοθεσία αγκαλιάζει την αφαίρεση, ενθαρρύνοντας τον συνειρμό και την ονειροπόληση. Ο χώρος τέμνεται εννοιολογικά με τον χρόνο, το ταξίδι στα πέρατα του αχανούς σύμπαντος γίνεται κι ένα ταξίδι στα μάκρη του ατομικού παρελθόντος, ενώ ο συμπαντικός μακρόκοσμος σφιχταγκαλιάζεται με τον προσωπικό μικρόκοσμο, και το σκοτεινό βάθος του διαστήματος γίνεται το σκοτεινό βάθος της ανθρώπινης ψυχής.

Η ψυχαναλυτική υπόσταση του -δεμένου με ομφάλιο λώρο με τον γιο- πατέρα (Tommy Lee Jones) μπορεί να κατηγορηθεί ως εύκολη ή παρωχημένη, μόνο που κανείς δεν μας περιορίζει σε μια κυριολεκτική οπτική της πατρικής φιγούρας -είναι τόσο Μπαμπάς όσο είναι και Παρελθόν, όσο είναι και εναλλακτικός Εαυτός, σαν άλλος «Άνθρωπος Αντίγραφο» (2013). Είναι το απεγνωσμένο κυνήγι της εξωγήινης ζωής, του -οποιουδήποτε- Άλλου, του νοήματος. Είναι η αδυναμία αποδοχής της υπαρξιακής μοναξιάς και της -προφανούς;- ματαιότητας, είναι το αδιέξοδο της αναζήτησης. Μα το αδιέξοδο, η έλλειψη απαντήσεων, είναι η απάντηση. Αυτό που ψάχνουμε βρίσκεται εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, ήταν πάντα μπροστά μας, είναι εκείνο που αγνοήσαμε. Ο James Gray χτίζει μια ολόκληρη, προϋπολογισμού 80 εκατομμυρίων δολαρίων αφήγηση γύρω από αυτόν τον προσωπικό εσωτερικό διάλογο, που τελικά δεν είναι καν τόσο μεγαλεπήβολα φιλοσοφικός όσο είναι τρυφερά ενδοσκοπικός.

Κι όμως, δεν μιλάμε για αριστούργημα, παρόλο που πρέπει να αναγνωρίσουμε περήφανα την τόλμη μιας τόσο ιδιοσυγκρασιακής χολιγουντιανής δημιουργίας. Περιέργως, ο Gray δεν παραπατά σε κάποια ανάγκη συμβιβασμού της νοηματικής του για χάρη της εμπορικότητας. Ίσα-ίσα, παραμένει ως τέλους εντυπωσιακά αφοσιωμένος στο να διατυπώσει με ευαισθησία τις παραπάνω προβληματικές, ακόμα κι αν κάποιοι επιμέρους συμβιβασμοί μοιάζουν να έχουν γίνει: δυο-τρεις (αντισυμβατικά κατασκευασμένες) σκηνές δράσης μοιάζουν βεβιασμένες και λίγο ξέμπαρκες, ενώ το κατά τ’ άλλα αφαιρετικό voice-over τείνει συχνά προς την περιττή επεξήγηση.

Εκεί που υπάρχει τελικά το ουσιαστικό μας παράπονο, είναι, παραδόξως, στο πρώτο επίπεδο αφήγησης. Μια ιστορία χτισμένη αυστηρά γύρω από τις βαθύτερες θεματικές της δεν παύει να υπόκειται σε αφηγηματικές απαιτήσεις, και η ισχνή, μα δίωρης διάρκειας πλοκή των Gray και Ethan Gross μάς αφήνει με ενστάσεις. Αισθητές κοιλιές, περιστασιακή φλυαρία και ένα αμφιλεγόμενο -άστοχο κατ’ εμάς- χρονικό μπρος-πίσω ξεφουσκώνουν ως έναν βαθμό μια ιστορία υψηλής σκηνοθετικής δεξιότητας και μικρού αφηγηματικού ενδιαφέροντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αμήχανα δομημένο -αν όχι ψαλιδισμένο στο μοντάζ- φινάλε, όπου οπτικά σύμβολα, εννοιολογικοί συνειρμοί και επεξηγηματικό voice-over παίρνουν πλήρως τη σκυτάλη από τη σχηματική πλοκή.

Σίγουρα, όμως, το «Ad Astra» πρόκειται για αξιόλογο, καλλιτεχνικό κινηματογράφο, που δεν απευθύνεται στις μάζες αλλά σε θεατές με φιλοσοφικές ανησυχίες και, αν μη τι άλλο, υπομονή. Σαν καλή σινε-τελετουργία, έχει πράγματα να μας δώσει αν αφεθούμε στα χέρια του, στους ρυθμούς του και στη συνειρμική, αφαιρετική λογική του. Κι άλλωστε, ξεψαχνίζοντάς το ως πεζή αφήγηση μάλλον χάνουμε το νόημα.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.