Συντάκτης: Σοφία Γουργουλιάνη

Διανύοντας, πια, την ένατη δεκαετία της ζωής του, ο Γούντι Άλεν κρατά επάξια τον τίτλο ενός κάποιου σύγχρονου κινηματογραφικού Φάουστ. Και έχοντας, μάλλον, πουλήσει την ψυχή του στον Μεφιστοφελή της 7ης τέχνης, δεν κέρδισε νιάτα και ομορφιά, αλλά τη μοναδική δύναμη να εκπλήσσει ,ακόμα, το κοινό του. Κι αν η θεωρία περί Γκαίτε και Φάουστ δεν σας βρίσκει σύμφωνους και θεωρείτε πως η ψυχή του Γούντι Άλεν βρίσκεται ακόμα στη θέση της, τότε ενδεχομένως να είστε θιασώτες του ταλέντου. Αν, λοιπόν, το ταλέντο διαθέτει κι αυτό μικροποσότητες μαγείας, τα πάσης φύσεως κινηματογραφικά ραβδιά μαζεύτηκαν πάνω από το σχεδόν φαλακρό κεφάλι του Άλεν, και χάρισαν στις ταινίες του την υπερδύναμη να διατηρούν τη φρεσκάδα και την ορμή τους, παρά τα χρόνια που κουβαλάει ο δημιουργός τους στην πλάτη του. Κι έτσι παρατηρούνται τα σπάνια φαινόμενα γονιών και τέκνων να βλέπουν στον ίδιο καναπέ το «Ζέλιγκ» ή τον «Νευρικό Εραστή», να ξεσπάνε σε ταυτόχρονα γέλια και να αποφασίζουν (για λίγο μόνο) ότι ίσως η τέχνη να γεφυρώνει το χάσμα των γενεών.

Παρ’ όλα αυτά, όπως κάθε Φάουστ ή υπερδραστήριος δημιουργός, ο Άλεν μάς έχει χαρίσει και ταινίες που αδίκως κλειδώθηκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και που εμείς ως άλλοι αρχαιολόγοι σε ανασκαφή -για τη χαρά της κινηματογραφικής αρχαιότητας- αξίζει να φέρουμε στο φως

Μπανάνες (1971)

Ενδεχομένως να πρόκειται για μια κωμική διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ ή και στον παραλογισμό του πολέμου εν γένει. Ενδεχομένως να πρόκειται για μια ξεκαρδιστική ωδή σε όσα κάνουμε για χάρη του έρωτα. Ενδεχομένως, να πρόκειται για μια σάτιρα του καλού κι αγαθού πολίτη που αποφασίζει -παρά τη θέληση του- να δοθεί ψυχή τε και σώματι στα κοινά.

Η ιστορία λοιπόν ενός νεαρού που ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια πολιτική ακτιβίστρια και αποφασίζει για χάρη της να πάρει τα επαναστατικά βουνά ενός κρατιδίου στη Λατινική Αμερική, θα μπορούσε να μοιάζει μετέωρη ανάμεσα σε πολιτικές ρητορείες και προθέσεις αγαθές αλλά ημιτελείς. Ο Γούντι Άλεν, όμως, αφήνει στην άκρη την πολιτική και με έναν ήρωα πολυεπίπεδο σύμβολο πλάθει μια ξεκαρδιστική κωμωδία εν είδει σάτιρας, που τελικά απεκδύεται τη χροιά της ρητορείας και αγκαλιάζει κωμικά και απόλυτα εύστοχα τον συμβολισμό.

Εσωτερικές Σχέσεις (1978)

Έχοντας πλέον αναδειχθεί σε ανατόμο των ανθρώπινων σχέσεων και των γενεσιουργών αιτιών των μεγαλύτερων οικογενειακών εκρήξεων, το 1978, ο Άλεν αποφάσισε για πρώτη του φορά να εγκαταλείψει την κωμωδία και να πιάσει στα σκηνοθετικά του χέρια το δράμα χαρακτήρων.

Ο χωρισμός εδώ των γονιών της οικογενείας θα αποδειχτεί το πλέον εύφλεκτο υλικό για μια πυρκαγιά διαρκείας στην οικογενειακή εστία. Κι όσο οι σχέσεις των τριών αδερφών μοιάζανε να ισορροπούνε ιδανικά στην συνθήκη «από μακριά κι αγαπημένοι», το διαζύγιο των γονιών θα σπάσει το τεντωμένο σκοινί και θα φέρει στην επιφάνεια απωθημένα μυστικά και ψέματα.

Αν τα οικογενειακά δράματα σάς μυρίζουν θέατρο και σινεμά άλλων δεκαετιών, ο Γούντι Άλεν σε αυτή την περίπτωση κρατάει περήφανα τα σκήπτρα ενός δημιουργού που ξέρει να αποκαλύπτει με μαεστρία όλα όσα επιδέξια -θέλουμε να…- θάβουμε κάτω από αυτάρεσκους τόνους καθημερινότητας.

Σεπτέμβρης (1987)

Ξεκινώντας από έναν δυνατό κινηματογραφικό έρωτα με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο Γούντι Άλεν, εν έτει 1987, προσπάθησε να φτιάξει τη δική του «Φθινοπωρινή Σονάτα» στήνοντας επιδέξια ένα ερωτικό γαϊτανάκι με πρωταγωνιστικό δίδυμο μάνα και κόρη.

Χωρίς να καταφέρει ποτέ να τελειοποιήσει το είδος του δράματος δωματίου, εδώ ο Γούντι Άλεν μοιάζει ευφυώς να αφήνει στην άκρη τις πάσης φύσεως προσπάθειες να γράψει το τέλειο ραβασάκι στον Μπέργκμαν, και μιλάει απερίφραστα και δυνατά για όσα φέρνει το καλοκαίρι και παίρνει πίσω -χωρίς ποτέ να μας ρωτά- το φθινόπωρο.

Η απομόνωση μιας εξοχικής κατοικίας, ένας φτερωτός θεός που αποφάσισε να εκδράμει -κι αυτός- στην εξοχή, θα προκαλέσουν πάθη που όμως μοιραία θα λήξουν όταν οι πρώτες ζακέτες θα απλωθούν στους ώμους των πρωταγωνιστών.

Απιστίες και Αμαρτίες (1989)

Σφιχταγκαλιάζοντας την ελαφρότητα του Κούντερα και θέτοντας στο φιλοσοφικό τραπέζι ερωτήματα περί της ηθικής στον έρωτα και του ρομαντικού ιδεαλισμού, ο Άλεν τοποθετεί στη ζυγαριά το δίπολο βαρύτητα και ελαφρότητα, για να βρει τη μοναδική βεβαιότητα στο σωκρατικό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα».

Με δύο παράλληλες ιστορίες, αυτή του γιατρού και της ερωμένης του που απειλεί να καταστρέψει την οικογενειακή του ευτυχία, και του σκηνοθέτη που ψάχνει έμπνευση και έρωτα στα μάτια μιας εξωσυζυγικής σχέσης, ο Άλεν καταθέτει μια κωμικοτραγική ωδή στα μικροεγκλήματα που (όλοι) κάνουμε εν ονόματι του φτερωτού θεού.

Το Όνειρο της Κασσάνδρας (2007)

Ενδεχομένως, η δεκαπενταετία που μας χωρίζει από το «Όνειρο της Κασσάνδρας» να μην αποτελεί χρόνο ικανό για να βρει θέση η ταινία ανάμεσα σε όσα λησμονήσαμε από το Γούντι Άλεν. Όμως, το «Όνειρο της Κασσάνδρας» δυστυχώς έπεσε θύμα του προηγηθέντος αριστουργήματος, του «Match Point», με αποτέλεσμα να μην καταφέρει ποτέ να δρέψει τις κινηματογραφικές δάφνες που του αξίζουν.

Η ιστορία δύο αδερφών διψασμένων να «πετύχουν» με κάθε τίμημα, μετατρέπεται σε μια σπουδή στη λαιμαργία και στις οδυνηρές επιταγές της. Ο πολλά υποσχόμενος Ίαν και ο αδερφός του και τζογαδόρος Τέρι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια για ένα «καλύτερο» αύριο, θα οδηγηθούν με το αζημίωτο στον φόνο εχθρών του πλούσιου θείου.

Μια ρεαλιστική παραβολή για την τύχη ως πανόπτη και ρυθμιστή ζωών και συγκυριών, αλλά και για τη συνείδηση και τους -εντέλει- προσωπικούς κώδικες ηθικής.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.