Συντάκτης: Σταύρος Γανωτής

Ερχόμενη να δέσει ταιριαστά με τον Δράκουλα του Κόπολα, η ταινία του Νιλ Τζόρνταν ανατρέπει τον τρόπο που έβλεπε η έβδομη τέχνη έναν από τα πλέον αγαπημένα του τέρατα, τον βρικόλακα. Κι όμως, δεν τον απεγκλωβίζει από το είδος του τρόμου που επί έναν αιώνα τον καθόριζε, απλά αναζητεί παράλληλα και εμμονικά τη φύση του. Μια φύση που ανήκει μεν στη σφαίρα του παραδόξου και της μυθοπλασίας, αλλά ανανεώνει όσα είχαμε ακούσει και πάλι από τον Τζόρνταν στο Παιχνίδι των Λυγμών, και συγκεκριμένα στη μικρή ιστορία περί του βατράχου και του σκορπιού.

Υπάρχει εδώ ο βρικόλακας Λεστάτ που αποδέχεται το είναι του ως κυνηγός, υπάρχει όμως και ο Λουί που αντιστέκεται στη δολοφονική του μοίρα. Κοινό τους στοιχείο ότι τρέφονται μονάχα με αίμα. Αυτό είτε το αποδέχονται και ζουν για πάντα, είτε χάνονται εδώ και τώρα κυριολεκτικά στο πουθενά. Υπάρχει όμως και ο τραγικός τρίτος πόλος, αυτός της μικρούλας Κλόντια. Αυτή θα είναι για πάντα παιδί, και αυτή είναι που δίνει την απάντηση, μια και νιώθει την αδικία. Ως απόκληροι και πλέον εκτός ανθρώπινης κοινωνίας, πρέπει να βρουν το νόημα σε όλα αυτά, που «μάλλον» θέλει τον άνθρωπο ως τροφή…

Συμβολικά, το από κάτω νόημα ανατρέχει σε ανθρώπους-βρικόλακες που ζουν ανάμεσα μας. Ανθρώπους που έχουν ξεπεράσει το φράγμα της ανθρωπιάς, και επιδέχονται αυτό που είναι ως φυσιολογική ιδιότητα. Όταν φτιάχνουμε κανόνες για να προστατέψουμε την ομαλή συμβίωση μας, ξεχνάμε ότι η φύση δεν υπόγραψε κανένα συμφωνητικό με αυτούς. Μαζί, ξεχνάμε και να πλάσουμε μια κοινωνία όπου θα δίνει εκείνους τους λόγους για να μην ξεπεράσει κάποιος το σύνορο προς την άλλη πλευρά της ηθικής. Όσους κανόνες κι αν ορίσεις, τη φύση ενός πολυδιάστατου θηλαστικού όπως ο άνθρωπος δεν μπορείς ποτέ να την ελέγξεις απόλυτα. Και αν δεν είναι πάντα το αίμα η τροφή σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι το χρήμα, η εξουσία, ή πολύ πιο απλά η έλλειψη πνευματικού υπόβαθρου, ενός υποβάθρου που επιβάλλεται να υπάρχει αν θέλεις ομαλότητα.

Ο Τζόρνταν όμως δεν στέκει μονάχα στο να σου δώσει την εικονοποίηση της προβληματικής του βιβλίου της Αν Ράις. Θέλει να προσδώσει και το δικό του στίγμα στο έργο. Έτσι, ανατρέχει σε γοτθικό αλλά και ρομαντικής τεχνοτροπίας ύφος, και ενώ δεν θέλει να επαναλάβει τον εικαστικό περφεξιονισμό του Κόπολα (αλλά και τον δικό του, από την Παρέα των Λύκων), σου θυμίζει συνέχεια ότι βλέπεις ένα μικρό έπος. Τεχνικά η ταινία ξεχωρίζει σε κάθε πλάνο, σε κάθε της κοστούμι. Σε αυτό το κλίμα εναρμονίζονται άρτια τόσο ο Τομ Κρουζ, όσο και ο Μπραντ Πιτ. Υψηλότερα κι από αυτούς όμως φτάνει η παρουσία της νεότατης εδώ Κίρστεν Ντανστ, που σοκάρει με την ψυχρότητα της.

Κι όμως, η ταινία έχει λόγους να ελεγχθεί, κι ένας από αυτούς είναι βασικός. Αποζητώντας το μεγάλο φιλμ, το μεγάλο πλάνο, ο Τζόρνταν υποπίπτει σε κάποια σημεία σε υπερβολές, που ορίζονται ως επιτήδευση. Επίσης, ενώ ελέγχει απόλυτα την πρωταγωνιστική τριάδα, οι μικρότεροι ρόλοι που τους πλαισιώνουν είναι ελάχιστα λειτουργικοί, μοιάζοντας με «κουμπώματα» στην πλοκή, παρά παρουσίες ουσίας. Τέλος, το στόρι είχε ανάγκη μεγαλύτερης ακόμα μελαγχολίας, ώστε να αποδοθεί ορθότερα η καταραμένη φύση ενός πλάσματος σαν του βρικόλακα. Λείπουν μερικές σιωπηλές σκηνές που θα βοηθούσαν ως προς αυτό, μια και ο Τζόρνταν φοβάμαι να μην κουράσει σε κανένα σημείο τον θεατή ακόμα και μιας περιπετειώδους ταινίας.

Όπως και να ‘χει, οπτικά και εννοιολογικά η ταινία ήταν μπροστά από την εποχή της, και δεν θα χάσει εύκολα τη διαχρονικότητα της. Ακόμα κι αν δεν σας εκφράσει το κάτι παραπάνω ως γνώση για το ποιοι στην πραγματικότητα είμαστε, θα σας μιλήσει διαισθητικά και θα σας γεμίσει με τον όγκο της. Βέβαια, αν σκεφτεί κανείς ότι κάπου εδώ γίνεται η έναρξη αυτού που μετά από καιρό θα επακολουθήσει με την παρουσία των βρικολάκων στον κινηματογράφο, μπορεί να σας πιάσει και μια νοσταλγία περί του πριν κι από αυτό…

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.