Συντάκτης: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Μόλις πέρυσι έκανε ο Ari Aster («Η Διαδοχή») την εμφάνισή του στο κινηματογραφικό προσκήνιο και, ήδη, με δύο ταινίες στο βιογραφικό του, έχει όχι απλώς συζητηθεί έντονα, αλλά και συνθέσει το προφίλ ενός ικανότατου δημιουργού με διακριτή προσωπική ταυτότητα. Η τεχνικά μελετημένη σκηνοθεσία του, η οπτική του εφευρετικότητα και οι θεματικές που διατρέχουν τη φιλμογραφία του ήδη από την πρώτη μικρού μήκους του («The Strange Thing About The Johnsons») επανέρχονται και αποδεικνύουν έναν καλλιτεχνικά συνειδητοποιημένο δημιουργό.

Εμφανές θεματικό μοτίβο στις δουλειές του είναι η -μεταφορική ή μη- οικογένεια και πιο συγκεκριμένα η διάλυσή της. Αυτή πραγματοποιείται με τρόπους επώδυνους και κοινωνικά απαγορευμένους, από σεξουαλικά ταμπού και οιδιπόδεια συμπλέγματα μέχρι οικογενειακούς θανάτους που έχουν προκληθεί -άλλοτε κατά λάθος κι άλλοτε εσκεμμένα- από έτερα οικογενειακά μέλη. Το αποτέλεσμα είναι καταστάσεις που δοκιμάζουν τη συνείδηση, τα συναισθήματα και τη λογική των πρωταγωνιστών του, ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ανάγκη (και αδυναμία) τους να ανήκουν σε μια ομάδα (οικογένεια-παρέα-κοινότητα) οδηγώντας τους, εννοείται, στα άκρα.

Ας είμαστε ξεκάθαροι. Δεν ανατρέχω τυχαία στο ευρύτερο έργο του Aster. Το «Μεσοκαλόκαιρο» και η «Διαδοχή» έχουν τόσα θεματικά κοινά που αποτελούν, ουσιαστικά, την ίδια ταινία, απλώς μεταμφιεσμένη εδώ ως… το «Καταραμένο Σκιάχτρο» του Robin Hardy. Οι ομοιότητες με την κλασική ταινία του ’73 όμως εξαντλούνται στο πρώτο επίπεδο αφήγησης και εικονοκλασίας. Κάτω απ’ την επιφάνεια, οι απόηχοι της «Διαδοχής» είναι τόσο αισθητοί που κάνουν αδύνατη την ανεξάρτητη κρίση του φιλμ. Η οικογενειακή απώλεια και το κατοπινό πένθος, η αποδόμηση του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος των κεντρικών χαρακτήρων και το εξωτερικό «κακό» ως μια κινηματογραφική εξωτερίκευση των εσωτερικών δεινών τους αποτελούν κοινή αφηγηματική διάλεκτο των δύο ταινιών.

Μία διαφορά είναι πως εδώ το πένθος για την οικογενειακή απώλεια δεν στοιχειώνει άμεσα την ψυχολογία της ηρωίδας (μια συγκλονιστική Florence Pugh), όπως στο προηγούμενο φιλμ, παρά αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα αναπτυχθεί η ιστορία μιας δυσλειτουργικής σχέσης, η οποία είναι και το κεντρικό ψυχολογικό διακύβευμα. Η αληθινά σημαντική διαφορά όμως είναι πως εδώ όλα τα «ανακυκλώμενα» στοιχεία απλώς λειτουργούν καλύτερα. Το «Μεσοκαλόκαιρο» είναι, τελικά, μια πιο απλή και (γι’ αυτό) πιο ολοκληρωμένη βερζιόν της «Διαδοχής», με όλη την αφηγηματική συνοχή που έλειπε από εκείνη. Ακόμα και το σχεδόν… κόπι-πέιστ φινάλε που εκεί φάνταζε μάλλον άτολμο κι επιφανειακό, εδώ αποδεικνύεται μια ουσιώδης κι οργανική κατάληξη, παρόλο που η επεξηγηματικότητά της μπορεί εύλογα να θεωρηθεί περιττή. Το πιο αξιέπαινο επίτευγμα του φιλμ είναι πως η αφήγησή του παραμένει ως τέλους ανθρωποκεντρική, ο τρόμος του (παρά τα βίαια ξεσπάσματα) σταθερά ψυχολογικός και το «έξω» ένας μόνιμος καθρέφτης του «μέσα».

Ο Aster μας βυθίζει σε έναν κόσμο βορειοευρωπαϊκών παραδόσεων και παγανιστικών τελετών, όπου το τραγούδι, ο χορός, τα πολύχρωμα λουλούδια και… ο χιπισμός είναι πιασμένα χέρι-χέρι με τον φρικτό θάνατο και τον κινηματογραφικό εφιάλτη. Ο ρυθμός είναι νωχελικός και το ύφος «ambient» (βασισμένο στην ατμόσφαιρα), θυσιάζοντας την αυστηρή αφήγηση για χάρη μιας πιο μυσταγωγικής, υπνωτιστικής εμπειρίας. Σκηνές καθαρόαιμου τρόμου με την κλασική έννοια δεν υφίστανται, όμως τα ηλιόλουστα λιβάδια της σουηδικής εξοχής κρύβουν πραγματικά ενοχλητικές εικόνες. Εδώ, οφείλουμε να εγκωμιάσουμε θριαμβικά τον Aster για την προσοχή του στην οπτική λεπτομέρεια, «πειράζοντας» διακριτικά και ύπουλα τα πλάνα του για να αναπαράξει την επίδραση των ψυχοτρόπων μανιταριών με την ίδια λεπτότητα που «έκρυβε» στο σκοτάδι τις τρομακτικές εικόνες της «Διαδοχής». Πρόκειται για μια εξαιρετικά αποτελεσματική και καίρια σκηνοθετική άποψη, που μπολιάζει την κινηματογραφική θέαση με αξιοπρόσεκτο οπτικό ενδιαφέρον και στοιχεία υπερβατικής αισθητηριακής εμπειρίας.

Ταυτόχρονα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και τα σημεία στα οποία η δημιουργική προσέγγιση του Aster προδίδει πως μιλάμε πάντα για έναν δημιουργό στη μόλις δεύτερη ταινία του και, συνεπώς, όχι σε πλήρη δημιουργική ωριμότητα.  Αυτό γίνεται ατυχώς αισθητό στην απεικόνιση της βίας, όπου, σε διαμετρική αντίθεση με τα παραπάνω, η αίσθηση του μέτρου και της λεπτότητας φαντάζει τρανταχτά απούσα. Παρά την θεωρητικά εύστοχη χρήση πρακτικών εφέ, η ολοκάθαρη και υπερβολικά ορατή σε σημείο χαχανητού βία -συχνά σε αυτάρεσκα κοντινά ή και slow-motion πλάνα- δυστυχώς λειτουργεί σε βάρος του φιλμ, ξεφουσκώνοντας την αφηγηματική ένταση. Αντίστοιχα και ορισμένες σκηνές που αφιερώνονται στους δεύτερους χαρακτήρες των William Jackson Harper και Will Poulter, οι οποίες μας αποσπούν άστοχα από την υποκειμενική οπτική του κεντρικού ζευγαριού, έχοντας το ίδιο αποτέλεσμα για το φιλμ.

Όπως είπαμε, όμως, ο τρόμος του «Μεσοκαλόκαιρου» δεν προέρχεται από τα κρανία που συνθλίβονται, τις φιγούρες που παραμορφώνονται από τις ψυχοτρόπους ουσίες και τα φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν τα όνειρα της πρωταγωνίστριας. Ο Ari Aster εντοπίζει τον απόλυτο τρόμο στην απουσία της επικοινωνίας, στην απώλεια της αγάπης και, πάνω απ’ όλα, στο αληθινά τρομακτικό αίσθημα του να μην ανήκεις πουθενά. Κι αν υπάρχει κάτι που χρειάζεται να κατανοήσει ο σύγχρονος κινηματογράφος τρόμου είναι πως αυτά ακριβώς είναι τα πιο τρομακτικά φαντάσματα. Ari, αναμένουμε με ενδιαφέρον το τρίτο χτύπημα.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 81 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.