Συντάκτης: Σταύρος Γανωτής

Είχε και δεν είχε δίκιο ο Mike Nichols που επέλεξε να κάνει κινηματογράφο το κείμενο του Jules Feiffer, και όχι θεατρικό όπως και προορίζονταν. Κι αυτό επειδή ο λόγος είναι ατόφια θεατρικός, θυμίζει χαρακτηριστικό off-Broadway, και ρέει με ρυθμό που αρκετούς θα δυσκολέψει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε καλό σινεμά, και ότι η εικονοποίηση του κειμένου δεν χαρακτηρίζει έναν δημιουργό που τότε βρίσκονταν σε δημιουργικό απόγειο, ακόμα κι αν με αυτή την ταινία το τερμάτισε.

Έχουμε ένα φιλμ που θα μπορούσε στις ΗΠΑ να το κάνει ο Bergman, ή αργότερα όταν αποφάσισε να σοβαρέψει, ο Woody Allen. Εκφράζει τα νέα ήθη της σεξουαλικής επανάστασης, αλλά με μια διακριτικότητα που περιορίζεται στο λεκτικό επίπεδο. Ακολουθώντας τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, βλέπουμε και την ωρίμανση του Αμερικανού επί αυτού του «νέου παιχνιδιού» που πλέον δεν ονομάζονταν απλά έρωτας, αλλά σεξ, και τις δύο αντίθετες αντιμετωπίσεις επί του θέματος. Και οι δύο όμως συγκλίνουν στο ότι όπως κι αν εκλάμβανε τον βίο του ένας νέος που μεγάλωσε εντός της εποχής Άικ μέχρι αυτής του ξεσπάσματος της εν λόγω επανάστασης, το σεξ αποτελούσε πλέον κυρίαρχο οδηγό πάνω στις έννοιες σχέση και οικογένεια. Ο Τζόναθαν είναι αυτός που θα σκλαβωθεί με τη νέα αυτή συνήθεια, μια και τον βοηθάει και το σεξαπίλ του, με συνέπεια να αιχμαλωτιστεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Από την άλλη, ο Μπόμπι δεν έχει αυτό το λουκ που θα τον έκανε ακαταμάχητο, και αυτό εντέλει του δίνει την ευχέρεια να στραφεί και σε πιο πνευματικούς δρόμους, που εντέλει τον διασώζουν. Ναι, ισχύει το «η εμφάνιση είναι το παν» που θα εκφράσει σε κάποιο σημείο ο Τζόναθαν με εμπειρική αυτοπεποίθηση, αλλά μήπως αυτό είναι η μεγαλύτερη παγίδα;

Ο Nichols πετυχαίνει κάποια φοβερά πλάνα, παγώνοντας την κάμερα σε ένα πρόσωπο, παρότι ο διάλογος αφορά και άλλους εντός σκηνής. Ένα τρικ που πράγματι το θεατρικό σανίδι δεν μπορεί να πετύχει άμεσα, και αυτό μαζί με τον εξωφρενικά σταθερό ρυθμό χαρίζουν στο έργο μια σινεφιλική, ποιοτική οντότητα. Από την άλλη, οι ερμηνείες χτυπάνε οσκαρικό κόκκινο, αλλά πάντα παραπέμπουν σε σκηνή. Είναι όμως αυτή η λιτότητα στους χώρους και τον αριθμό ερμηνευτών που μικραίνει το φιλμ, και σε παραπέμπει άμεσα τόσο στις επιρροές του, όσο κι εκεί που ίσως θα άνηκε καλύτερα. Εκεί που οι συνεχείς διάλογοι μπορούν να αφομοιωθούν ακόμα ευκολότερα, και να μετρήσει ορθότερα η λεπτομέρεια στην κίνηση του ηθοποιού.

Ένα έργο που εντέλει χαρακτηρίζει την εποχή του για τη χώρα του, κρίνεται εύκολα διαχρονικό, και έχει μια λεπτή ποιότητα που δεν σε αφήνει αδιάφορο. Παρόλα αυτά, δεν έχει τον όγκο, πχ, μιας μπεργκμανικής Περσόνας, ενός εικονοκλαστικού Μανχάταν, ενός Κασαβέτη ή μιας αντίστοιχης διαλογικής ταινίας της Νουβέλ Βαγκ, μοιάζοντας εντέλει περισσότερο σαν πρόσθετος κρίκος και όχι μοναδικότητα.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.