Συντάκτης: Σταύρος Γανωτής

Ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα (Ντένις Λιχέιν) σε μία εξίσου καλή μεταφορά (Μπάιαν Χέλγκελαντ), από έναν σκηνοθέτη που ενώ έχει υπηρετήσει στο παρελθόν την αστυνομική περιπέτεια, γερνώντας (σαν σκηνοθέτης πλέον) διακρίνεται για τη σοβαρότητα με την οποία χειρίζεται τα θέματα του, αποστερώντας από την αστυνομική ιστορία την περιττή δράση που παλιότερα τον διέκρινε.

Ο τόπος δράσης δεν είναι τυχαίος (αμερικανικός Νότος), και το ψυχόδραμα αναπτύσσεται με τους εκεί κοινωνικούς όρους, όπου η αστυνομία δεν έχει άμεση δικαιοδοσία, αφού οι ντόπιοι εμπιστεύονται πρώτα την αυτοδικία και τους εσωτερικούς τους κανόνες. Όλο αυτό το πεδίο θυμίζει πολλά από αυτό της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, και ο Ίστγουντ δεν το κρύβει σε κανένα σημείο της ταινίας. Οι ήρωες είναι δέσμιοι ενοχών, μπλοκαρισμένων συνειδήσεων, οι αδελφικές σχέσεις προσφέρονται για θανάσιμες ειρωνείες της μοίρας, τα γεγονότα δεν συμβαίνουν από τη μία στιγμή στην άλλη, αλλά χτίζονται λιθάρι-λιθάρι από το πρώτο κιόλας «στραβό» της ζωής των ηρώων.

Ο ρυθμός της ταινίας, βοηθούμενος από τη διακριτικά μουντή και γαλάζια φωτογραφία του Τομ Στερν, είναι ελεγειακός, αλλά δεν κουράζει σε κανένα σημείο. Είναι άλλωστε καθαρά αμερικανικός, μακριά από τον ευρωπαϊκού τύπου σινεφιλισμό που προδιαθέτει μια λέξη όπως το «ελεγεία». Αντί αυτού, σε αφήνει να «απολαύσεις» τις εξελίξεις (και να δουλέψεις τον εσωτερικό σου διάλογο), χωρίς να σου επιβάλει κάποια δική του φόρμα ή ψυχολογικό εκβιασμό μέσω των χαρακτήρων, θέτοντας και το μυστήριο σε παράλληλη βάση, ώστε να μην επιβληθεί απόλυτα στο δράμα. Αυτή η τακτική, του να σ’ αφήσει θεατή-ένορκο και όχι συμμέτοχο-συνένοχο, είναι που κάνει τη δημιουργία τόσο ορθή, που δεν ξεχνιέται μετά τη θέαση της. Μαζί, σε αφήνει να απολαύσεις ερμηνείες, με τους ρόλους να έρχονται σε συνεχή τριβή αλλά κι αρμονική συνύπαρξη, και τους χαρακτήρες να γίνονται πιόνια της μοίρας που έχουν προδιαγράψει, προς ένα ολικό τους «ξεζούμισμα» κατά το φινάλε.

Ο Ίστγουντ περιπλέκει το ύφος του Μπερντ (1988) και των Ασυγχώρητων του 1992 (όντας οι δύο ως τότε πιο ολοκληρωμένες του σκηνοθετικές δουλειές), παίρνοντας το στυλ του πρώτου και τη ροή του δεύτερου, και πετυχαίνει στον τομέα του μυστηρίου όλα όσα απέτυχε να δώσει με το Μεσάνυχτα στον Κήπο του Καλού και του Κακού (1997). Φυσικά και τον βοηθάει και το έτοιμο κείμενο, αλλά τον αισθάνεσαι τον δημιουργό ολούθε, κυριότερα δε στον έλεγχο του υλικού. Μια γερή αμερικανική ταινία που εύκολα μπορεί να γοητεύσει έναν ακαδημαϊκό των Όσκαρ, έναν αυστηρό κριτικό, αλλά κι έναν απλό θεατή που θέλει απλά κάτι καλό για το βράδυ του.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 33 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.