Συντάκτης: Σταύρος Γανωτής

Να πώς μάνι-μάνι το να γυρίζεις ταινία για τη συνδρομητική τηλεόραση δεν φαντάζει πλέον ως ξεπεσμός. Και πώς θα γινόταν άλλωστε όταν η υπογραφή που το κατοχυρώνει αυτό είναι δύο αδελφών που τα ονόματα τους έχουν συμβάλει τα μέγιστα για να κρατηθεί η ποιότητα στη σύγχρονη έβδομη τέχνη. Και δεν κάνουν «τσαπατσουλιές» ούτε εδώ, έχοντας κατά νου ότι δεν θα συναντηθούν με τη μεγάλη οθόνη, ίσα-ίσα που προσφέρουν μια cinemascope κοπής ταινιάρα. Μήπως όμως η συγκεκριμένη να πετύχαινε να κατακτήσει τους κριτικούς, αλλά να ατυχήσει στις «πληρωτέες» επιλογές του κοινού;

Φοβάμαι πως ναι, κάτι που ίσως γνωρίζουν καλύτερα από μένα οι ίδιοι οι Coen. Με την ίδια λογική που είχαν και στο «Ένας Σοβαρός Άνθρωπος», τα τρομερά αδέλφια από τη Μινεσότα πράττουν πρωτίστως για τον εαυτό τους, κι έπειτα για το κοινό. Μια παλιά τους συνήθεια, την οποία εδώ εξελίσσουν παντρεύοντας και τις δύο της εκδοχές. Και τη διασκεδαστική της («Ο Κύριος Χούλα Χουπ»), αλλά και την ποιοτική της («Inside Llewyn Davis»), θυσιάζοντας την απόλυτη συνοχή της ταινίας τους… καθαρά επειδή έτσι το ήθελαν. Γενικά, πετάνε έξω το κοινό που δεν τους αγαπάει ήδη, που δεν έχει ακολουθήσει την πορεία και τη λογική τους, απογοητεύοντας το οικτρά μετά το πέρας των δύο πρώτων από τις έξι μικρές ιστορίες που συνθέτουν το φιλμ.

Με μια βιαστική ματιά, ναι μιλάμε για τραγική ανισότητα. Δεν μπορείς να έχεις βάλει στο κλίμα τον θεατή για την καλύτερη σου καθαρή κωμωδία από την εποχή του Μεγάλου Λεμπόφσκι, κι έπειτα να γειώνεις σε όρια υπαρξισμού το όλο θέαμα. Και η ταινία έπειτα κυλάει ως το φινάλε της με μικρές εξάρσεις, αλλά μονάχα στιγμιαία επιστρέφει στο αρχικό της κλίμα.

Μα πότε όμως μια βιαστική ματιά είπε την αλήθεια, όταν ειδικά στην περίπτωση μας έχουμε κάτι το τόσο πολυσύνθετο. Με το πέρας, αισθάνεσαι ότι έχεις βιώσεις, έχεις αφουγκραστεί, έχεις μυρίσει ολόκληρη την Άγρια Δύση. Έχουν παρελάσει εμπρός σου όλες αυτές οι πτυχές που έχεις δει στα γουέστερν κατά κόρον, αλλά κι αυτές που ενώ ιστορικά είχαν ακόμα μεγαλύτερη σημασία από τις προβεβλημένες, είναι κι αυτές εδώ και παίρνουν τον χρόνο τους. Ο χρυσοθήρας με τον μονόλογο του, το μονότονο καραβάνι στο κενό τοπίο, οι τραγικοί κανόνες του θεάματος όταν έχεις για κοινό τόσο αμόρφωτους ανθρώπους. Και πλάι σε αυτά η βία, ο πιστολέρο, οι άγριοι ιθαγενείς, η λαϊκή σοφία, ο γάμος με έναν ουσιαστικά άγνωστο, η συχνή τραγωδία, το σαλούν, οι πόρνες, το πόκερ, η ταξιδιωτική άμαξα, ο κυνηγός, η κρεμάλα, η ληστεία τράπεζας… μη σας κουράζω, τα έχει όλα.

Οι Coen απλώνουν με τον δικό τους ιδιότυπο τρόπο όλα τους τα συναισθήματα για το άγριο παρελθόν της χώρας τους. Δεν αποτίουν, όπως θα ήταν το κλισέ ή μια λάθος ερμηνεία, έναν ακόμα φόρο τιμής στα γουέστερν, αλλά νοσταλγούν και συνάμα ειρωνεύονται την καθημερινότητα του τότε. Εξαντλούν το κινηματογραφικό τους κέφι μέσα στα δύο πρώτα σκετς, και ύστερα περισσότερο κοιτούν με πίκρα, παρά με δέος τους προγόνους τους. Σαν να αναζητούν και μέσα σε όλα αυτά τη θέση που ίσως θα καταλάμβαναν οι ίδιοι. Μάλιστα, αν με ρωτούσε κάποιος αν πιστεύω ότι εντέλει τη βρήκαν, θα ήταν αυτή του σακάτη θεατρίνου.

Εντέλει, δεν μιλάμε απλά για μια ταινία όπως τις συνηθισμένες. Η απόλυτη θησεία επί του ολοκληρωμένου ως χαρακτήρα έργου μειώνει τη δυναμική του. Αλλά είναι μια θησεία με αντίχτυπο, έναν αντίχτυπο που οι μελλοντικοί κινηματογραφιστές θα αποζητούν όταν θα θέλουν να παρουσιάσουν κάτι συλλογικό. Γιατί μπορεί αυτή η μπαλάντα να μοιάζει φάλτση, αλλά αυτό το φάλτσο συνέθετε το μοναδικό τραγούδι που θα ταίριαζε ποτέ στο Φαρ Ουέστ.

Μπείτε και εδώ για info στη σελίδα της ταινίας…

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.